04 Ιανουαρίου 2010
Τι είναι η ρωσική λογοτεχνία για μας σήμερα;
Τι είναι η ρωσική λογοτεχνία για μας σήμερα; Οι κλασικοί, πρώτα απ' όλα. Ο Πούσκιν, ο Γκόγκολ, ο Τσέχοφ, ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι, ο Λέρμοντοφ. Υστερα οι μετεπαναστατικοί συγγραφείς: ο Μαξίμ Γκόρκι, ο Ηλία Ερενμπουργκ, ο Μιχαήλ Σολόχοφ, σοσιαλρεαλιστές αυτοί, ταγμένοι στην εξύμνηση του ήρωα-εργαζόμενου και της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης της χώρας. Πλάι τους, οι διαφωνούντες -ο Μαγιακόσφκι, ο Ζαμιάτιν, ο Πάστερνακ, ο Μπουλγκάκοφ- και οι μεγάλοι ποιητές, που πλήρωσαν ακριβά, ο καθένας με τον τρόπο του, την ιδιοτυπία της φωνής τους: ο Μαντελστάμ, η Τσβετάγιεβα, η Αχμάτοβα. Οι συγγραφείς των πέτρινων χρόνων, απαγορευμένοι στη χώρα τους, έγκλειστοι στα στρατόπεδα εργασίας ή τα ψυχιατρεία, εξόριστοι στη Δύση, συγγραφείς των σαμιζντάτ, των πολυγραφημένων ή χειρόγραφων έργων που διαδίδονταν παράνομα, από χέρι σε χέρι. Και τέλος, οι νεότεροι, όσοι αναδύθηκαν μετά το 1989, οι συγγραφείς της νέας ρωσικής πραγματικότητας.
Δεν έχει αρχή και τέλος η ιστορία οδύνης που βίωσαν οι Ρώσοι συγγραφείς του 20ού αιώνα. Από τις πρώτες διώξεις και εκτελέσεις (ο Γκουμιλιόφ, σύζυγος της Αννας Αχμάτοβα θα είναι από τους πρώτους: θα εκτελεστεί με συνοπτικές διαδικασίες, κατηγορούμενος για εσχάτη προδοσία, με διαταγή, λέγεται, του ίδιου του Λένιν) ώς την αναπόφευκτη ποινικοποίηση των μη συμμορφούμενων με το επίσημο δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, το οποίο θα εγκαθιδρύσει το 1934, στο πρώτο της συνέδριο, η Ενωση Συγγραφέων της ΕΣΣΔ· και από την εποχή των μεγάλων εκκαθαρίσεων του Στάλιν (1937-1939), όταν 2.000 περίπου συγγραφείς χάθηκαν στα γκουλάγκ (ανάμεσά τους ο Μαντελστάμ και ο Μπάμπελ) ώς την περίοδο «Ζντανόβτσινα», από το 1946 ώς το 1954, τότε που λύνει και δένει ο Ζντάνοφ, καταδικάζοντας τους «κοσμοπολίτες» συγγραφείς που αλληθωρίζουν προς τη Δύση, η ρωσική λογοτεχνία είναι χωρισμένη σε περιόδους και κατηγορίες άμεσα συνυφασμένες με την πολιτική ζωή του τόπου. Γι' αυτό και τη μετασταλινική εποχή, μετά το 1956, όταν ο Χρουστσόφ καταδικάζει στο 20ό συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος τα εγκλήματα του Στάλιν, επιχειρείται, έστω και υποτυπωδώς, μια κάποια «αποκατάσταση» των διωχθέντων συγγραφέων, με ενδεικτική στιγμή της διαδικασίας την έκδοση της ανθολογίας «Λογοτεχνική Μόσχα», όπου, μεταξύ άλλων, ανθολογείται και η «επικίνδυνη» ώς τότε Μαρίνα Τσβετάγιεβα. Παρ' όλα αυτά, όταν το 1958 ο Μπορίς Παστερνάκ θα βραβευθεί με το Νόμπελ για τον «Δόκτωρα Ζιβάγκο», η Ενωση Συγγραφέων της ΕΣΣΔ θα του επιτεθεί και θα τον αναγκάσει να το αποκηρύξει. Και, από τις αρχές ήδη της δεκαετίας του '60, οι διώξεις θα επαναληφθούν. Στα 1964 θα συλληφθεί ο μετέπειτα νομπελίστας ποιητής Ιωσήφ Μπρόντσκι, στα 1966 θα γίνει η πολύκροτη δίκη των συγγραφέων Αντρέι Σινιάφσκι και Γιούλι Ντάνιελ, το 1974 θα απελαθεί ο Αλεξάντρ Σολτζενίτσιν και λίγο αργότερα θα απαγορευθούν τα έργα του Βασίλι Αξιόνοφ, γιου της ποιήτριας, πρώην καθηγήτριας μαρξισμού-λενινισμού και αργότερα διαφωνούσας, «ανεπιθύμητης», έγκλειστης στο στρατόπεδο Κολίμα μεταξύ 1935 και 1949, Ευγενίας Γκίνσμπουργκ.
Πρέπει να φτάσει το 1986 και το όγδοο συνέδριο της Ενωσης Σοβιετικών Συγγραφέων, για να παρέμβει ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και να παροτρύνει τους εκπροσώπους της επίσημης λογοτεχνίας της χώρας να υποστηρίξουν την ιδέα της διαφάνειας -της περίφημης γκλαζνόστ. Από τότε αρχίζουν να εκδίδονται και τα μέχρι τότε απόντα βιβλία: Ναμπόκοφ, Πίλνιακ, Τσβετάγιεβα, Παστερνάκ, τα φιλοσοφικά έργα του Μπερντιάγιεφ, τα παράτολμα εγχειρήματα νέων λογοτεχνών, όπως ο Γεροφέγεφ. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1990, θα καταργηθεί, επιτέλους, επίσημα η λογοκρισία. Και θα ξεπεταχτεί μια νέα γενιά Ρώσων συγγραφέων, που θα επιχειρήσουν να επαναπροσδιορίσουν τη θέση τους σ' έναν συνεχώς μεταλλασσόμενο κόσμο, να διαχειριστούν το βαρύ παρελθόν τους, να προσπαθήσουν να συλλάβουν το δυσβάσταχτο πεπρωμένο των προδρόμων τους. Και να γράψουν στίχους όπως αυτούς που διαβάζουμε στην αλληγορία του Βίκτορ Πελέβιν «Η ζωή των εντόμων», αναψηλαφώντας τα πώς και τα γιατί:
Και γενικά, καλά θα ήταν κάπου να κρυφτείς περιμένοντας το καλοκαίρι να 'ρθει
Και να φέρεσαι όσο πιο ήσυχα μπορείς, ειδεμή καμιά συμφορά θα σε βρει,
Αν μυριστούν εκεί στην Κα Γκε Μπε ότι άστρο εκτυφλωτικό είσαι συ
Και δίχως σένα στο σύμπαν τίποτα ποτέ δεν φάνηκε ούτε θα φανεί.
Από τα μέσα της δεκαετίας του '90, λοιπόν, η Δύση ανακαλύπτει έκθαμβη τη ρώμη άγνωστων ώς τότε λογοτεχνικών ονομάτων, με σλαβικές καταλήξεις: τόσο τους παλιότερους -μοιρασμένους στις δύο σχολές που κυριάρχησαν μεταξύ 1960 και 1970, τη «Σχολή του χωριού», στηριγμένη στα παλιά ιδεώδη της σλαβοφιλίας, ταγμένη στην εντοπιότητα και τη «ρώσικη ψυχή», με κύριο εκπρόσωπο τον Βλαντιμίρ Τετριακόφ, και τη «Σχολή της Μόσχας», που επικεντρώθηκε στην καθημερινή ζωή και τους προβληματισμούς της, για να αναδείξει σπουδαίους συγγραφείς, όπως τον Ανατόλι Κιμ και κυρίως τον Βλαντιμίρ Μακάνιν -όσο και τους νεότερους, νεοκυνικούς ή όχι, σλαβόφιλους ή αναρχοφιλελεύθερους, ενταγμένους στην παράδοση του ρωσικού ρεαλισμού ή μεταμοντέρνους εκλεκτικιστές, αποκρυπτογράφους του σημερινού χάους της ρωσικής κοινωνίας ή πιστούς μιας παράδοσης ορθόδοξης, που κρυσταλλώνεται σε αφηγήσεις υψηλού συμβολισμού.
Η αρχή δικαιωματικά ανήκει στο «κακό παιδί» της ρωσικής ιντελιγκέντσιας, τον Βίκτορ Γεροφέγεφ, γιο διπλωμάτη, υψηλού στελέχους της σοβιετικής νομενκλατούρας Ο Γεροφέγεφ, γεννημένος το 1947 στη Μόσχα, αλλά έχοντας ζήσει αρκετά χρόνια στο Παρίσι, θα επιχειρήσει τη συμβολική πατροκτονία του συνδεόμενος με το λογοτεχνικό αντεργκράουντ. Το 1979 αναλαμβάνει να εκδώσει μια ανθολογία σύγχρονης ποίησης και πεζογραφίας, με τίτλο «Μητρόπολη» και κείμενα το περιεχόμενο και το ύφος των οποίων σαφώς αποκλίνει από τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Φυσικό επακόλουθο η διαγραφή του από την Εταιρεία Σοβιετικών Συγγραφέων και η κατάρρευση της διπλωματικής καριέρας του πατέρα του. Αλλά ο γιος δεν το βάζει κάτω. Θα δημοσιεύσει μερικά σκανδαλωδώς ερωτικά κείμενα («Τα ρωσικά άνθη του κακού», «Ρωσίδα καλλονή»), αρκετά αμφιλεγόμενα κριτικά δοκίμια και το αυτοβιογραφικό «Ο καλός Στάλιν» (πρόσφατα εκδομένο και στα ελληνικά) -ένα βιβλίο συναρπαστικό, κυρίως για το χιούμορ και την ειρωνεία με την οποία περιγράφει τη σοβιετική πραγματικότητα, όσο και για την οξυδέρκεια με την οποία παρακολουθεί την πνευματική και αισθητική αφύπνιση του κεντρικού ήρωα και τη σπασμωδική εξέγερσή του. Το τελευταίο του βιβλίο «Η ζωή με έναν ηλίθιο» κυκλοφόρησε μόλις στα αγγλικά.
Νεότερος, πιο ακραίος, πιο βίαιος, ο Βλαντιμίρ Σορόκιν (Μόσχα, 1955), πρώην μηχανικός, γραφίστας, εικονογράφος, αλλά σταθερά συγγραφέας από το 1977, αναστατώνει τα πολιτισμικά ταμπού και αναποδογυρίζει τις ηθικές και πνευματικές αρχές. Δηλώνει πως η μεγάλη του επιρροή είναι ο Μαρκήσιος ντε Σαντ· πως αν έχει κάτι να ζηλέψει από τον Τολστόι, αυτό είναι οι αχανείς εκτάσεις των κτημάτων του. Πριν από μερικά χρόνια κατηγορήθηκε ως πορνογράφος για το βιβλίο του «Γαλάζιο λίπος», που πραγματεύεται τη φανταστική σεξουαλική σχέση Στάλιν-Χρουστσόφ· αργότερα, με το μυθιστόρημά του «Ο πάγος» επεκτείνεται σε πιο αιμοσταγείς ηδονές. Ωστόσο, το ενδιαφέρον του για τη γλώσσα, ο τρόπος με τον οποίο ανανεώνει το ρεαλισμό, η αναπάντεχη εικονοποιία του τον καθιστούν έναν από τους αγαπημένους κριτικής και κοινού. Από κοντά και ο ακόμη νεότερος Βίκτορ Πελέβιν (1962), γνωστός μας από το «Κίτρινο βέλος» του, τη «Ζωή των εντόμων» και το σουρεαλιστικό, γκροτέσκο κόσμο της «Generation Π» του, συνδυάζει την πολιτική σάτιρα, το ψυχεδελικό ντελίριο, το φιλοσοφικό στοχασμό σε «βιβλία-βόμβες», καθώς έγραψε πρόσφατα το γαλλικό περιοδικό «Lire», το οποίο δεν δίστασε μάλιστα να τον χαρακτηρίσει «εκρηκτικό προϊόν της συνάντησης του Μπάροουζ με τον Γκόγκολ». Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που αυτοί οι τρεις, χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι του «νέου κύματος» (novaia volna) -της εναλλακτικής, «μεταμοντέρνας», όπως τη θέλουν ορισμένοι μελετητές, πεζογραφίας που αναδύθηκε αμέσως μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού- έχουν επανειλημμένα μπει στο στόχαστρο των «Συνοδοιπόρων», των νεαρών οπαδών του Πούτιν που υπερασπίζονται μανιασμένα τις πολιτισμικές αξίες του σοσιαλιστικού παρελθόντος της Ρωσίας (βέβαια, όπως αυτοί τις εννοούν: στη μαύρη λίστα τους δεν φιγουράρουν μόνο ο Πελέβιν, ο Γεροφέγεφ και ο Σορόκιν, αλλά και ο ίδιος ο Καρλ Μαρξ). Ασφαλώς, η αντίδικη προς τους πάντες στάση των τριών δεν εγγυάται αναγκαστικά λαμπρό λογοτεχνικό αποτέλεσμα· συχνά υποπτεύεται κανείς ενδοτικότητα απέναντι στο δέλεαρ μιας εύκολης δημοσιότητας, μια πρόκληση για την πρόκληση. Αν και η εγνωσμένη στιλιστική τους άνεση και θεματική ελευθερία τούς καθιστούν ιδιαίτερα ενδιαφέροντες, είναι αναμφίβολο ότι πόρρω απέχουν από συγγραφείς του αναστήματος ενός Βλαντιμίρ Μακάνιν (1939), ο οποίος, με το συγκλονιστικό ψυχολογικό-κοινωνικό του μυθιστόρημα «Underground -ένας ήρωας του καιρού μας», δημιουργεί έναν σκοτεινό, οικουμενικό ήρωα, ισότιμο προς τους όμαιμούς του που ενοικούν στις σελίδες ενός Γκόγκολ ή ενός Ντοστογιέφσκι, ενώ το «Μυθιστόρημα του Κλιουτσαριόφ» είναι ένα πραγματικό αριστούργημα.
Στην ενδεικτική αυτή παράθεση ονομάτων και τάσεων, πάντως, δεν θα μπορούσαν να λείπουν δύο συγγραφείς που το περιοδικό «Lire» συγκατέλεξε, πρόσφατα, ανάμεσα στους πενήντα συγγραφείς απ' όλο τον κόσμο που υπόσχονται ένα δυναμικό αύριο. Είναι ο 44χρονος Αντρέι Κουρκόφ, που με το βιβλίο του «Οι πιγκουίνοι ποτέ δεν κρυώνουν» έδωσε το 2002 ένα μείγμα παράλογου και κωμωδίας, την παρωδία ενός ρέκβιεμ για τη ρωσική κοινωνία, στο πρότυπο του Γκόγκολ, και πλάι του ο σαραντάχρονος Αντρέι Γκελασίμοφ. Ελλειπτικός και ψυχρός, ο Γκελασίμοφ, με το έργο του «Η δίψα» -η ιστορία ενός στρατιώτη που επιστρέφει από το μέτωπο της Τσετσενίας με το πρόσωπο φρικτά παραμορφωμένο και προσπαθεί να αυτοκτονήσει καταναλώνοντας τεράστιες ποσότητες αλκοόλ- επιστρατεύει μια μεταφορά για να μιλήσει για μια κοινωνία που βασανίζεται από δίψα για πνευματικότητα και ουτοπία σε μια εποχή στερημένη από ελπίδα. Στους αντίποδες βρίσκεται ο Πέτερ Αλεσκόφσκι (Μόσχα, 1957) -τον οποίο, καθώς διαπιστώνει κανείς, προτιμούν οι Αμερικανοί: ιστορικός και αρχαιολόγος, εξειδικευμένος στην αναστήλωση των μοναστηριών της Βόρειας Ρωσίας, ο Αλεσκόφσκι διερευνά ζητήματα πίστης και ηθικής, βαθιά εμποτισμένος από την παράδοση της ορθόδοξης ρωσικής εκκλησίας.
Από την άλλη πλευρά, ένα στοιχείο της νεότερης ρωσικής λογοτεχνίας που δεν αφήνει αδιάφορους τους ερευνητές είναι η έντονη παρουσία των γυναικών μυθιστοριογράφων: άλλες διαθέτουν ποιητική ενόραση του κόσμου (η Λουντμίλα Πετρουσέφσκαγια ή η Λουντμίλα Ουλίτσκαγια με την καθηλωτική της «Σόνετσκα» -η ιστορία μιας γυναίκας που βρίσκει τη λύτρωση από την ψυχική οδύνη στις σελίδες των βιβλίων), άλλες πειραματίζονται σε στιλιστικό επίπεδο με μια πρωτοφανή ελευθερία (η Τατιάνα Τολστάγια, στο τελευταίο της βιβλίο «Σλινγξ» -με θέμα την ιερότητα της γραπτής λέξης, την οποία η συγγραφέας βλέπει σαν το νήμα που συνέχει τον πολιτισμό ενός τόπου- αναμετρήθηκε με το παραμύθι, με το ρεαλισμό, το σουρεαλισμό, το μοντερνισμό και το μεταμοντερνισμό), άλλες επεξεργάζονται φιλοσοφικά το ζήτημα της μνήμης και της συγγνώμης (η Σβετλάνα Αλεξέγιεβιτς στο εξαιρετικό μυθιστόρημά της «Ικεσία», με θέμα το Τσερνομπίλ). Υπάρχουν βέβαια και εκείνες που υπηρετούν πιο εμπορικά είδη, όπως η γνωστή και στα καθ' ημάς Αλεξάντρα Μαρίνινα (δημοφιλέστατη συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών) ή η δημοσιογράφος Τζούλια Λατίνινα, που συνδυάζει την οικονομική ανάλυση με τη λογοτεχνία, δίνοντας μια σειρά από φανταστικές και αστυνομικές ιστορίες, με θέμα (τι άλλο;) το οικονομικό έγκλημα -έναν τομέα που κατά πώς φαίνεται γνωρίζει πολύ καλά, αλλά που μάλλον είναι πολύ καυτός για να τον χειριστεί από τις σελίδες της εφημερίδας της. Τέλος, μια και αναφερθήκαμε στο αστυνομικό μυθιστόρημα, θα ήταν παράλειψη να μην καθυστερούσαμε για λίγο στην περίπτωση του πολυδιαβασμένου Μπόρις Ακούνιν, πατέρα του μυστικού πράκτορα του τσάρου Αλέξανδρου, Εραστου Πέτροβιτς Φαντορίν, ενός, κατά τα φαινόμενα, επιτυχημένου συνδυασμού Σέρλοκ Χολμς, Αρσέν Λουπέν και Τζέιμς Μποντ. Αμφιλεγόμενος συγγραφέας ο Ακούνιν, από μερικούς θεωρείται ο νέος Πούσκιν, ενώ άλλοι τον καταδικάζουν στο πυρ το εξώτερον, ως κλασικό παραλογοτέχνη. Αν θεωρήσουμε ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα μπορεί να γίνει θαυμάσια εργαλείο κοινωνικής κριτικής, το πράγμα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο -και είμαστε οι τελευταίοι που θα μπορούσαμε να το ξεδιαλύνουμε.
Ομως αρκετά με την πεζογραφία. Ρωσική λογοτεχνία είναι και η ποίηση -ή μάλλον κυρίως αυτή. Παρά τις διώξεις, τις απαγορεύσεις, τη φίμωση, οι Ρώσοι ποιητές δεν έπαψαν ούτε στιγμή να γράφουν και να απευθύνονται- ίσως επειδή η ρωσική ποίηση δεν έχασε ποτέ τη μουσικότητά της, και ως εκ τούτου την προφορικότητά της. Το θερμό κοινό των ποιητών παραμένει αγκιστρωμένο στο ρυθμό, τη λυρική πυκνότητα, την ένταση της εκφοράς. Το μέτρο επιβιώνει πανίσχυρο, συχνά ακόμη και η ρίμα· και οι Ρώσοι ποιητές απαγγέλλουν μέχρι σήμερα από στήθους, συχνά με θεατρικότητα ανοίκεια στα μάτια του αποστασιοποιημένου Δυτικού ακροατή. Η θεματολογία ποικίλη, ο τόνος κοινός. Διαβάζουμε, ή μάλλον ακούμε τους στίχους ενός Ευγκένι Ρέιν: ασθματικό κατρακύλισμα σε μια κλίμακα απελπισίας· μιας Ολγας Σεντακόβα: λυρική,σχεδόν θρησκευτική επίκληση της φύσης· μιας Ελενας Σβαρτς: ένα παιχνίδι με ιστορικά προσωπεία· ενός Ντμίτρι Πριγκόφ: μια λεκτική σπαζοκεφαλιά, ένα ξεχαρβάλωμα της γλώσσας. Παρακολουθούμε την ακατάβλητη ζωντάνια ενός Ολεγκ Χλέμπνικοφ, μιας Μαρίνας Κουντίμοβα, ενός Αλεξάντρ Κουσνέρ, ενός Ιβάν Ζντάνοφ, ενός Αλεξάντερ Ερεμένκο -για να αναφέρουμε μονάχα λίγα ονόματα, της στιγμής. Η ποίηση είναι η τέχνη που προσφέρει στον παραλήπτη της την εικόνα της κρυμμένης ολότητάς του, ένα έμβλημα της χαμένης κοινότητας. Η ρωσική ιδιοσυγκρασία ακόμη λαχταρά την κοινότητα με τους άλλους- κι είναι ίσως γι' αυτό που καλλιεργεί, αγαπά και τιμά την ποίηση, αυτήν την ανεκτίμητη σπατάλη.
της Κατερίνας Σχοινά
03 Ιανουαρίου 2010
Όσιος Ιωάννης Κουκουζέλης.....
Ηδύμελπος μουσικός τον αναφέρει το συναξάρι. Ήταν πράγματι ο πιό καλλικέλαδος ψάλτης του Βυζαντίου και γι' αυτό τον είχε ο αυτοκράτορας Κομνηνός, αρχιμουσικό στο Παλάτι και δάσκαλο των παιδιών του. Καταγόταν από το Δυρράχιο, ήταν ορφανός από πατέρα, αλλά είχε ευσεβή μητέρα που του έδωσε την ευκαιρία να σπουδάσει. Έτσι πήγε στη Κωνσταντινούπολη και έλαβε ανωτέρα μόρφωση. Όταν τον ερωτούσαν οι συμφοιτητές του τι έτρωγε, έλεγε: <<κουκκιά>> και <<ζέλια>> (μπιζέλια) γιατί ήταν φτωχός, έτσι έλαβε το όνομα, Κουκουζέλης.
Ήταν πολύ έξυπνος και τόσο καλλίφωνος από μικρός, που τον φώναζαν αγγελόφωνο. Όμως δεν λογάριασε καθόλου την εγκόσμια καριέρα του και εξέφραζε την επιθυμία του να μονάσει. Επειδή ο αυτοκράτορας δεν τον άφηνε, έφυγε κρυφά και πήγε στη Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους. Εκεί παρουσιάσθηκε σα χωριάτης αγράμματος, για να μην τον αναγνωρίσουν και έτσι τον έβαλλε ο ηγούμενος Ιάκωβος ο Πρικανάς να βόσκει τράγους, στο βουνό πάνω από την Ιερά Μονή.
Εκεί διέμενε μόνιμα και κατέβαινε μόνο τις Κυριακές για να λειτουργηθεί. Ψηλά στο βουνό, κατά σύμπτωση, έμενε λίγο πιό πέρα μέσα σε ένα σπήλαιο κάποιος ασκητής. Ο Ιωάννης στην ερημιά δεν σταμάτησε ποτέ να εξυμνεί το Θεό και έψελνε αμέριμνα. Ο ασκητής που αναφέραμε όμως άκουγε από μακρυά κάθε βράδυ, μιά αγγελική ψαλμωδία που δεν πίστευε στα αυτιά του.
Έτσι ένα βράδυ ξεκίνησε να ψάξει από που προέρχετο αυτή η αγγελική ψαλμωδία. Η υμνωδία τον οδήγησε στον Ιωάννη που ο ασκητής τον είδε να ψέλνει όρθιο, μέσα σε ένα φως, και με το επίσης παράδοξο θέαμα, να στέκονται οι τράγοι στα δύο πόδια τους όρθιοι και να τον ακούουν.
Αμέσως πήγε στον ηγούμενο και ανέφερε το περιστατικό, ο οποίος επειδή δεν το πίστευε, πήγε προσωπικά να το διαπιστώσει. Έτσι με τα ίδια του τα μάτια είδε και εθαύμασε ο ηγούμενος το καταπληκτικό αυτό γεγονός και πλησίασε τον Ιωάννη.
Στο μεταξύ ο αυτοκράτορας ζητούσε σε όλη την επικράτεια να βρούν τον Ιωάννη Κουκουζέλη οπότε ο ηγούμενος τον κατάλαβε και τον πίεσε να αποκαλύψει τη πραγματική του ταυτότητα. Αναγκάσθηκε τότε εκείνος να πει το πραγματικό του όνομα.
Έκτοτε ο ηγούμενος τον έκανε δεξιό ψάλτη στη Μονή Μεγίστης Λαύρας και του επέτρεπε να γράφει ύμνους σε ένα κοντινό κελί, γιατί εκτός από καλλίφωνος ψάλτης ήταν και μεγάλος υμνογράφος. Σπάνια χαρίσματα που τα αξιοποίησε σε δόξα Θεού. Σε κάποια ολονυκτία που κουράσθηκε στο ψαλτήρι, του εμφανίσθηκε η Παναγία και του έδωσε ένα χρυσό νόμισμα για να τον ευχαριστήσει και να τον ενισχύσει. Το μισό νόμισμα σήμερα βρίσκεται στην Μονή γιατί το άλλο μισό τον έδωσαν σε Μονή στη Ρωσία.
Οι ύμνοι του θεωρούνται από τους δυσκολότερους και ειδικά οι λεγόμενοι ''αργοί'', όπως το περίφημο <<Χερουβικό>> του και <<Τον Δεσπότη και Αρχιερέα>>. Μάλιστα οι πιό πολλοί ύμνοι του, απο αυτούς που σώθηκαν, δυστυχώς, είναι ανέκδοτοι. Κοιμήθηκε ειρηνικά το 15ο αιώνα και τάφηκε στο κελί που μόναζε.
15 Δεκεμβρίου 2009
Η λογοτεχνία στον κινηματογράφο.....
Από την Αντυ Δημοπούλου
Στη λογοτεχνία, η πραγματικότητα περιγράφεται και παρουσιάζεται με έναν ιδιαίτερο, καλλιτεχνικό τρόπο. Αντίθετα όμως με τις άλλες καλλιτεχνικές εκφράσεις (μουσική, ζωγραφική κ.ά.) δεν γίνεται αντιληπτή με τα ανθρώπινα αισθητήρια, αλλά με το ανθρώπινο πνεύμα.
Η άνθηση της λογοτεχνίας εντοπίζεται στην Ευρώπη από τα τέλη της αναγέννησης και μέχρι τον 19ο αιώνα, και συνδέεται με την ανάπτυξη του κριτικού πνεύματος της σύγχρονης εποχής και την άνοδο της αστικής τάξης.
Μόλις λίγα χρόνια αργότερα έκανε την πρώτη της εμφάνιση μια άλλη μορφή τέχνης, ο κινηματογράφος. Νεογέννητος ακόμη όταν η λογοτεχνία βρισκόταν στο απόγειό της, προσπάθησε να κερδίσει θαυμαστές, κοινό και ανθρώπους να τον στελεχώσουν και να τον αναπτύξουν. Πρώτο του δάνειο, από τα πρώιμα κιόλας χρόνια, του βωβού τότε κινηματογράφου, η σκηνοθεσία από το θέατρο. Η σχέση, δανειοληπτική και όχι μόνο, του κινηματογράφου και με τη λογοτεχνία αναπτύχθηκε με την εμφάνιση του ομιλούντος, τη δεκαετία του '30. Το κινηματογραφικό σενάριο, άλλες φορές λόγω έλλειψης πρωτοτύπου κι άλλες λόγω ανάγκης για μια «σίγουρη» επιτυχία, οικειοποιήθηκε το λογοτεχνικό έργο. Οπως άλλωστε είχε κάνει πρωτύτερα και το θέατρο. Πρώτα στην Αμερική και στη συνέχεια σε όλο το εύρος του κινηματογραφικού κόσμου, οι διασκευές λογοτεχνικών έργων ήταν η πιο συνήθης βάση μιας ταινίας. Σύμφωνα με μία λίστα που παραθέτει η Eileen Bowser στο βιβλίο της «The Transformation of Cinema, 1907 - 1915», με τους συγγραφείς που έργα τους διασκευάστηκαν ήδη από το 1910 μέχρι το 1915 (όταν ακόμη δεν υπήρχε ο λόγος στη μεγάλη οθόνη) κινηματογραφήθηκαν: 15 φορές έργα του Dickens, 13 φορές του Shakespeare, 11 φορές του Duma, 9 φορές του Henry Wadsworth Longfellow και πολλά άλλα έργα διάσημων αλλά και άσημων συγγραφέων1. Ετσι, από τη μια, ο κινηματογράφος έκοβε σίγουρα εισιτήρια με τις λογοτεχνικές διασκευές, κι από την άλλη, πολλοί συγγραφείς προόριζαν εξαρχής τα λογοτεχνικά τους έργα για τη μεγάλη οθόνη, για να πάρουν λίγη από τη δόξα και την αίγλη αυτής της νέας τέχνης. Ωσπου, σταδιακά να γεννηθούν μέσα από αυτούς οι σεναριογράφοι.
Η κινηματογραφική σεζόν 2007 - 2008 στιγματίστηκε από την απεργία των σεναριογράφων στο Χόλιγουντ. Μειωμένη κινηματογραφική παραγωγή, με όλες τις συνέπειες, όχι μόνο για το Χόλιγουντ, αλλά εν γένει για την 7η τέχνη. Η κινηματογραφική σεζόν 2008 - 2009 χαρακτηρίστηκε από μία άλλη, ιδιότυπη «απεργία» των σεναριογράφων, που δυσκολεύτηκαν ίσως με την παρθενογένεση και επέστρεψαν στη δοκιμασμένη συνταγή της προσαρμογής βιβλίου σε σενάριο. Στέρεψε η φαντασία τους ή κατέφυγαν σε μια πιο εύκολη παραγωγή, όποια κι αν είναι η απάντηση, πάνω από το 60% των ταινιών που είδαμε είναι βασισμένες σε βιβλία, μυθιστορήματα, ακόμη και κόμικς.
Βραβεία και διακρίσεις
Μια ματιά μόνο στις υποψηφιότητες και τα φετινά βραβεία της Ακαδημίας, και άλλων κινηματογραφικών θεσμών, μπορούν να μας πείσουν για την κυριαρχία των μεταφορών βιβλίων σε ταινίες.
Το σενάριο του φετινού πρωταγωνιστή των κινηματογραφικών βραβείων, του «Slumdog Millionaire», που απέσπασε το Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ του Τορόντο, συνέχισε με 4 Χρυσές Σφαίρες, 7 βραβεία Bafta και 8 Οσκαρ, βασίζεται στο βιβλίο «Q&Α» του Βικάς Σουαρούπ. Μάλιστα, ανάμεσα στα 8 Βραβεία της Ακαδημίας που κέρδισε (Καλύτερη Ταινία, Σκηνοθεσία, Φωτογραφία, Μοντάζ, Μουσική, Τραγούδι, Ηχος) είναι και το βραβείο Διασκευασμένου Σεναρίου. Ο συγγραφέας του «Q&Α», Βικάς Σουαρούπ, έχει ζήσει ως διπλωμάτης στην Τουρκία, στις ΗΠΑ, στην Αιθιοπία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αυτή τη στιγμή έχει μετατεθεί στη Νότια Αφρική, όπου τελεί καθήκοντα αναπληρωτή ύπατου αρμοστή της ινδικής αποστολής στην Πραιτόρια.
Το «Q&Α» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Αρχικά, κυκλοφόρησε το 2005 με τον τίτλο «Q&Α» και τα μεταφραστικά δικαιώματα έχουν πουληθεί σε 40 χώρες. Για να πραγματοποιηθεί η ταινία, ο συγγραφέας διάβασε ένα προσχέδιο του σεναρίου και παρότι, όπως ομολόγησε, ήταν αναμενόμενο να υπάρχουν αρκετές διαφορές με το πρωτότυπο, έδωσε την έγκρισή του για να προχωρήσει το εγχείρημα. Σήμερα το βιβλίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά υπό τον τίτλο «Slumdog Millionaire: Ποιος θέλει να γίνει δισεκατομμυριούχος;», σε μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά, από τις εκδόσεις «Μίνωας».
Ο έτερος πρωταγωνιστής των φετινών βραβείων, με 13 υποψηφιότητες, αλλά μόλις 3 βραβεία Οσκαρ (Μακιγιάζ, Σκηνικά, Οπτικά Εφέ), ήταν «Η απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον», βασισμένη στο ομώνυμο μικρό διήγημα του Σκοτ Φιτζέραλντ, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1922, ανθολογημένο μέσα στη συλλογή του «Tales of the Jazz Age». Ο συγγραφέας είχε εμπνευστεί από μία φράση του Μαρκ Τουέιν, που έλεγε: «Θα μπορούσαμε να ήμασταν περισσότερο ευτυχισμένοι, αν γεννιόμασταν 80 χρονώ και σταδιακά πλησιάζαμε τα 18». Φέτος, η διασκευή του κυκλοφόρησε σε βιβλίο στη γλώσσα μας με τον τίτλο «Η απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον», σε μετάφραση Γιώργου-Ικαρου Μπαμπασάκη, από τις εκδόσεις «Ερατώ».
Τα βραβεία για τα διασκευασμένα σενάρια όμως δεν σταμάτησαν εκεί. Ακόμη και το βραβείο Α' γυναικείου ρόλου της Ακαδημίας, που κατέκτησε η Κέιτ Γουίνσλετ για την ερμηνεία της στην ταινία «Σφραγισμένα χείλη», ήταν η κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος «Διαβάζοντας στη Χάνα», του Μπέρνχαρτ Σλινκ (στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Κριτική»). Μάλιστα, τα «Σφραγισμένα χείλη» μαζί με το «Κύμα», την ταινία που βασίστηκε στο ομότιτλο βιβλίο του Τοντ Στράσερ (εκδόσεις «Επιλογή»), αποτέλεσαν το αφιέρωμα «Σημαντικές λογοτεχνικές μεταφορές στο σινεμά», που πραγματοποίησε, σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, ο θερινός Κινηματογράφος του Δήμου Αθηναίων «Σινέ Στέλλα», στις 24 και 27 του Ιουλίου που μας πέρασε.
Τα Best-Sellers
«ΠΕΦΩΤΙΣΜΕΝΟΙ»: Οι «Illuminati» ή αλλιώς «Angels and Demons», του γνωστού πλέον από τον «Κώδικα Ντα Βίντσι» Νταν Μπράουν, έκαναν την εμφάνισή τους στις ελληνικές αίθουσες στις 13 Μαΐου του 2009. Μετά το κινηματογραφικό φαινόμενο «Κώδικας Ντα Βίντσι», που σημείωσε παγκόσμιες εισπράξεις 750 εκατομμυρίων δολαρίων, ο σκηνοθέτης Ρον Χάουαρντ μετέφερε άλλο ένα best-seller του Νταν Μπράουν στη μεγάλη οθόνη και ο Τομ Χανκς ανέλαβε ξανά τον ρόλο του Ρόμπερτ Λάνγκντον, του διάσημου μελετητή αρχαίων συμβόλων του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Η εταιρεία διανομής στην Ελλάδα, έντρομη μήπως διαρρεύσει υλικό από την πολυαναμενόμενη ταινία, προσκάλεσε τους δημοσιογράφους - κριτικούς κινηματογράφου σε μία προβολή κάτω από πρωτοφανή μέτρα ασφάλειας, και μετά ξεκίνησε το κινηματογραφικό ταξίδι της ταινίας στις αίθουσες. Στη χώρα μας, οι «Πεφωτισμένοι», κόβοντας 413.495 εισιτήρια, ήταν η ταινία με τις μεγαλύτερες εισπράξεις τη σεζόν 2008 - 2009, ξεπερνώντας ακόμη και το δημοφιλές και οσκαρικό «Slumdog Millionaire», που έφτασε τα 376.000 εισιτήρια, και τη δεύτερη θέση στο εγχώριο Box Office2. Ανάλογη απήχηση είχε όμως και το ομώνυμο βιβλίο που κυκλοφορεί στην Ελλάδα σε μετάφραση Χρήστου Καψάλη, από τις εκδόσεις «Λιβάνης». Την αρχή είχε κάνει το βιβλίο «Κώδικας Ντα Βίντσι» (επίσης εκδ. «Λιβάνης» και από τον ίδιο μεταφραστή), που από τον Μάρτιο του 2004 μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του ίδιου έτους είχε πωλήσεις που άγγιξαν τις 104 χιλιάδες αντίτυπα στην Ελλάδα. Αν και οι «Πεφωτισμένοι» προϋπήρχαν του «Κώδικα Ντα Βίντσι», η δυναμική τού δεύτερου κατά σειρά βιβλίου παρέσυρε το πρώτο. Ετσι, οι «Illuminati» μετρούσαν 39 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως λίγο πριν από την έξοδο της ομώνυμης ταινίας, που αν ακολουθήσει την τάση της ταινίας του «Κώδικα Ντα Βίντσι», αναμένεται να δώσει εκ νέου ώθηση και στο βιβλίο.
Εδώ, όμως, εγείρονται ερωτήματα σχετικά με το αν θα πρέπει να συγκρίνουμε ένα λογοτεχνικό έργο με την κινηματογραφική μεταφορά του και το αν τελικά ο κινηματογράφος πετυχαίνει πάντα την «εικονοποίηση» ορισμένων αφηρημένων εννοιών. Αν και ο σεναριογράφος Ακίβα Γκόλντσμαν προσπάθησε να μείνει πιστός στο πρωτογενές υλικό, στη σκηνοθεσία του Ρον Χάουαρντ χάθηκε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι του βιβλίου, η ατμόσφαιρα. Το μυθιστόρημα αποπνέει ένα σκοτάδι, τόσο πνευματικό όσο και κυριολεκτικό, που κάνει τη λύση του μυστηρίου και την «κάθαρση» όλο και πιο επώδυνη αλλά συγχρόνως όλο και πιο ενδιαφέρουσα. Αντιθέτως η ταινία, προσπαθώντας να δώσει έμφαση στον περιορισμένο χρόνο που είχαν οι δύο επιστήμονες (Δρ Λάνγκτον και Β. Βέτρα) για να δράσουν, υπόκειται σε ρυθμούς περιπέτειας, που θυμίζουν ταινία του «James Bond». Παρ' όλα αυτά αποτέλεσε μία ενδιαφέρουσα περιπέτεια, που αν και δεν κατέπληξε τους κριτικούς και όσους είχαν διαβάσει το βιβλίο, προσέλκυσε τον μεγαλύτερο αριθμό θεατών για φέτος στη χώρα μας.
«Ο ΧΑΡΙ ΠΟΤΕΡ ΚΑΙ Ο ΗΜΙΑΙΜΟΣ ΠΡΙΓΚΙΨ»: Οταν το 1997 η Τζ.Κ. Ρόουλινγκ έγραφε το πρώτο βιβλίο με κεντρικό ήρωα έναν μικρό μάγο, δεν φανταζόταν ότι ύστερα από 12 χρόνια και 7 βιβλία θα είχε δημιουργήσει ένα βιβλίο-φαινόμενο για τα εκδοτικά δεδομένα σε όλον τον κόσμο. Το έκτο κατά σειρά βιβλίο της Ρόουλινγκ και προτελευταίο της με κεντρικό ήρωα τον νεαρό μάγο Χάρι Πότερ φέρει τον τίτλο «Ο Χάρι Πότερ και ο ημίαιμος πρίγκιψ» (στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «Ψυχογιός»). Την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του πούλησε 6,9 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Συγχρόνως, η αντίστοιχη κινηματογραφική σειρά έχει αποδειχθεί επίσης δημοφιλής, όχι μόνο στο ίδιο, αλλά και σε μεγαλύτερο πληθυσμιακά και ηλικιακά κοινό απ' ό,τι το βιβλίο. Η έκτη, ομώνυμη του βιβλίου ταινία έφτασε στις αίθουσές μας την 25η Αυγούστου 2009, προς το τέλος της ελληνικής κινηματογραφικής σεζόν 2008 - 2009. Εκτός Ελλάδας συνέτριψε δύο ρεκόρ ανοίγματος: πρώτα σπάζοντας το ρεκόρ των μεταμεσονύχτιων προβολών στις ΗΠΑ με 22,2 εκατ. $ επισκιάζοντας το περσινό ρεκόρ του «Σκοτεινού Ιππότη» και στη συνέχεια σπάζοντας και το ρεκόρ ανοίγματος του παγκόσμιου box office, με εισπράξεις 58,18 εκατ. $ στις ΗΠΑ και 45,85 εκατ. $ στις υπόλοιπες χώρες του κόσμου, συγκεντρώνοντας έτσι, σε μία ημέρα μόνο, περίπου 104 εκατ. $. Το φαινόμενο Χάρι Πότερ θα συνεχιστεί, με το τελευταίο βιβλίο της Ρόουλινγκ να διασπάται σε δύο ταινίες, με την επίσημη δικαιολογία ότι οι υπεύθυνοι της κινηματογραφικής μεταφοράς δεν θέλουν να αφαιρέσουν ούτε τις λεπτομέρειες από το τελευταίο βιβλίο της σειράς. Το πρώτο μέρος αναμένεται στις ΗΠΑ στις 19 Νοεμβρίου του 2010.
Τα κόμικς
Η «ένατη τέχνη», όπως έχει ονομαστεί το κόμικς, συνδυάζει την οπτική με την πνευματική αντίληψη του ανθρώπου. Το κείμενο πλαισιώνει, ή και πλαισιώνεται αν θέλετε, από ζωγραφιές ή σκίτσα που κατευθύνουν ώς έναν βαθμό τη φαντασία του αναγνώστη.
Τα κόμικς γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη στις πρώτες δεκαετίες του 2οού αιώνα στην Αμερική, βασισμένα κυρίως σε ιστορίες με υπερήρωες. Οι εταιρείες που πρυτάνευσαν στις πωλήσεις και την «κατασκευή» ηρώων ήταν η DC Comics και η Marvel comics. Στην Ευρώπη υπήρχε μια μικρή σκηνή, που ξεκίνησε με πρωτοπόρους τους Βέλγους και εκδόσεις όπως ο «Τεντέν» και το περιοδικό «Spirou».
Μετά τη χρονιά 2007 - 2008, όπου οι χάρτινοι σούπερ ήρωες, όπως ο «Dark Knight» και ο «Iron Man», επισκέφτηκαν το σινεμά, κερδίζοντας τις εντυπώσεις και τις υψηλές θέσεις στο παγκόσμιο Box Office, το Χόλιγουντ αναθάρρεψε και φέτος τόλμησε κι άλλες μεταφορές κόμικς στη μεγάλη οθόνη. Διά χειρός Ζακ Σνάιντερ (σκηνοθέτης των «300») έφτασε στον κινηματογράφο η μεταφορά των «Watchmen». Το θρυλικό κόμικς, που στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Anubis, είναι το μοναδικό με βραβείο λογοτεχνίας Hugo και αυτό που έφερε την DC Comics μπροστά σε πωλήσεις από τη Marvel (των Spider Man, Χ-Men, Hulk κ.ά.). Δημιουργοί του είναι ο πιο καινοτόμος ίσως συγγραφέας κόμικς, Αλαν Μουρ και ο συνεργάτης του Ντέιβ Γκίμπονς. Δεν επρόκειτο για μια συνηθισμένη ταινία με υπερήρωες, καθώς, εκτός από τον dr Manhattan που έχει υπερφυσικές δυνάμεις, δεν μιλούμε για υπερ-ανθρώπους αλλά για ανθρώπους που πήραν τον νόμο στα χέρια τους κι έγιναν μασκοφόροι προστάτες της κοινωνίας. Η ταινία διαχέεται από ένα έντονο αίσθημα αμφισβήτησης, αποτελώντας ένα καυστικό και πάντα επίκαιρο ψυχογράφημα της κοινωνίας. Πολιτική και συγχρόνως ανθρώπινη, κατάφερε να σαρώσει το αμερικανικό Box Office, με το άνοιγμά της το τριήμερο 6-8 Μαρτίου, συγκεντρώνοντας 55,2 εκατ. $ σε 3.611 αίθουσες3.
Επόμενη ταινία βασισμένη σε κόμικς που έφτασε στις αίθουσές μας ήταν το πρίκουελ (προγενέστερη ιστορία σε σχέση με τις άλλες των ταινιών της ίδιας σειράς) «Χ-ΜΕΝ Η αρχή: Γούλβεριν», προερχόμενο από τα σπλάχνα της Marvel και στην Ελλάδα να κυκλοφορεί επίσης από τις εκδόσεις Anubis. Αυτή τη φορά όμως, σε αντίθεση με τους «Watchmen», που ήταν μεταφορά του κόμικς στη μεγάλη οθόνη, το σενάριο δημιουργήθηκε εξαρχής, βασιζόμενο στην υπόθεση των κόμικς με πρωταγωνιστές τους υπερήρωες Χ-Men. Στο ελληνικό Box Office από 7 - 10/5 το «Χ-ΜΕΝ Η αρχή: Γούλβεριν», του Γκάβιν Χουντ, με τον Χιου Τζάκμαν πρωταγωνιστή και παραγωγό, έφτασε τα 28.503 εισιτήρια το τετραήμερο σε 70 αίθουσες και τα 122.634 εισιτήρια το 12ήμερο4!
Σεναριογράφος - συγγραφέας
Ενα ακόμη ερώτημα που μπορεί να γεννηθεί από τη διασκευή ενός διηγήματος σε σενάριο είναι αν μπορεί ο σεναριογράφος και κατ' επέκταση ο σκηνοθέτης να «δουν με τα μάτια» του συγγραφέα. Η συνήθης τακτική λέει πως ο σκηνοθέτης δίνει ένα προσχέδιο στον συγγραφέα (ή σε όποιον έχει τα πνευματικά δικαιώματα του λογοτεχνικού έργου) για να εγκρίνει το διασκευασμένο σενάριο. Αλλοτε η απάντηση είναι θετική και η ταινία μπαίνει στα σκαριά κι άλλοτε η αρνητική απάντηση του συγγραφέα είτε ανακόπτει την ταινία είτε δεν στοιχειοθετεί το σενάριο ως διασκευή του λογοτεχνικού έργου αλλά «εμπνευσμένο» από αυτό. Ενας συγγραφέας που έχει διαχωρίσει ρητά τη θέση των επιτευγμάτων του από τις κινηματογραφικές (ακόμη και ομώνυμες) μεταφορές τους είναι ο Αλαν Μουρ. Συνεπής με την αντίστοιχη θέση του στο παρελθόν (στην ταινία «V for Vendetta») ο βρετανός συγγραφέας των «Watchmen» που προαναφέραμε, αφαίρεσε ξανά το όνομά του από τους τίτλους της ταινίας, οι οποίοι αναφέρουν μόνο τον σχεδιαστή Ντέιβ Γκίμπονς ως δημιουργό του κόμικς, αφήνοντας όλα τα έσοδα από τα δικαιώματα σε εκείνον.
Μια άλλη επιλογή, πιο σπάνια, είναι ο συγγραφέας να αναλάβει χρέη διασκευής του έργου του σε σενάριο και, γιατί όχι, να το σκηνοθετήσει κιόλας. Αυτή την τακτική ακολουθεί από την πρώτη της ταινία η Ρεμπέκα Μίλερ, κόρη του Αρθουρ Μίλερ και σύζυγος του Ντάνιελ-Ντέι Λιούις. Η Μίλερ ξεκίνησε να μεταφέρει τα βιβλία της στη μεγάλη οθόνη με την κινηματογραφική μεταφορά της συλλογής διηγημάτων της «Personal Velocity» («Προσωπικές Τροχιές» στα ελληνικά, υπό έκδοση από τις Εκδόσεις Πατάκη), η οποία απέσπασε το Βραβείο των Κριτικών τού Φεστιβάλ Sundance. Το ίδιο έκανε και με το «Τζακ και Ρόουζ: Μπαλάντα για δύο», που είδαμε στην Ελλάδα το 2005. Φέτος, επέστρεψε καταμεσής του καλοκαιριού, στις ελληνικές αίθουσες με το κοινωνικό δράμα «Οι κρυφές ζωές της κυρίας Λι», η κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου της, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση Μάρας Μοίρα. Το βιβλίο, ιδιαίτερα διεισδυτικό στην ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου, άντρα ή γυναίκας, γονιού ή παιδιού στην εφηβεία, μαγνητίζει τον αναγνώστη με την εναλλαγή πρώτου με τρίτο πρόσωπο αφήγησης. Στις 30 Ιουλίου οι ελληνικές αίθουσες υποδέχτηκαν την ομώνυμη ταινία προσωπικής αμφισβήτησης και εσωτερικής αναζήτησης, η οποία δεν πέρασε απαρατήρητη. Ανάμεσα σε καλοκαιρινές ελαφρότητες και επανεκδόσεις που συνηθίζονται τα κινηματογραφικά καλοκαίρια, αυτή η διασκευή μυθιστορήματος έκανε την ευχάριστη έκπληξη. Η ταινία συγκέντρωσε ένα πλήθος διάσημων ηθοποιών του Χόλιγουντ, όπως η Ρόμπιν Ράιτ Πεν, ο Κιάνου Ριβς, η Τζούλιαν Μουρ, ο Αλαν Αρκιν, η Γουινόνα Ράιντερ, η Μαρία Μπέλο, η Μόνικα Μπελούτσι και η Μπλέικ Λάιβλι, γεγονός αξιοσημείωτο για ανεξάρτητη παραγωγή. Η «Κυρία Λι» - Ρόμπιν Ράιτ Πεν σύζυγος από το 1996 του Σον Πεν και υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα για τον ρόλο της στην ταινία «Forrest Gump» του 1994), προσφέρει μια πολύ καλή και καθόλα αξιοπρεπή ερμηνεία στον δύσκολο ρόλο της γυναίκας, που ακόμη κι όταν έχει διανύσει ένα μεγάλο ταξίδι στη ζωή εξακολουθεί να αναζητά την κρυμμένη ταυτότητά της.
Είναι άραγε το κλειδί για ένα επιτυχώς διασκευασμένο λογοτεχνικό έργο το πρόσωπο που μεταφέρει το σενάριο ή σκηνοθετεί την ταινία να είναι ο ίδιος ο συγγραφέας; Ή δεν είναι πάντα το ζητούμενο η ταινία να αφήνει την ίδια αίσθηση με το βιβλίο; Τα παραπάνω ερωτήματα με υποκειμενικές απαντήσεις, ίσως διαφορετικές κάθε φορά, εγείρονται όποτε ένα λογοτεχνικό κείμενο αποτελεί το εφαλτήριο μιας ταινίας. Αλλοτε η ταινία δίνει δόξα και εμπορική ώθηση στο βιβλίο, άλλοτε διαφημίζεται, όντας ακριβώς η σεναριακή μεταφορά του. Ολο και πιο συχνά όμως, από τότε που ο κινηματογράφος έμπλεξε για πρώτη φορά τα δάχτυλά του με τη λογοτεχνία, περπατούν μαζί, πιασμένοι χέρι χέρι, στον κόσμο του θεάματος, της δημιουργίας, της τέχνης και της γέννησης συναισθημάτων τόσο στον θεατή όσο και στον αναγνώστη.
1.Eileen Bowser, «The Transformation of Cinema 1907-1915, Volume 2», University of California. Press, Ltd. London, England, 1994, σελ. 256
2. Πηγή: το ηλεκτρονικό περιοδικό myFilm και συγκεκριμένα η ιστοσελίδα: http://www.myfilm.gr
3. Πηγή: Box Office: Το «Watchmen» κυριάρχησε στο Box Office των ΗΠΑ 6-8/3, από το ηλεκτρονικό περιοδικό myFilm και την ιστοσελίδα: http://www. myfilm. gr/article 4526.html.
4. Πηγή: Box Office: «Τα νύχια του Γούλβεριν» για δεύτερη βδομάδα γαντζώνονται στην κορυφή στο εγχώριο Box Office 7-10/5, από το ηλεκτρονικό περιοδικό myfilm και την ιστοσελίδα: http:// www.myfilm.gr/ article4890.html.
(από το ΒΗΜΑ)
12 Δεκεμβρίου 2009
παγκόσμιος κινηματογράφος....
ο μονόλογος του Τσαρλι Τσάπλιν .....
όποιος έχει δει την ταινία έχει καταλάβει ότι ο μονόλογος με τον οποίο κλείνει η ταινία αποδίδεται με κλείσιμο του πλάνου από το οποίο "φεύγουν" όλοι οι ναζιστές γύρω του και μένει να μιλάει σε ένα πλάνο με μοναδικό πρόσωπο τον ίδιο,σε αντίθεση με τον μονόλογο του Χίτλερ νωρίτερα...
είναι μια βαθιά πολιτική ταινία,διαχρονική, ιστορική από κάθε άποψη αφού είναι εκτος των άλλων και απο τις λίγες ταινίες στις οποίες έπαιξε σε ομιλούντα κινηματογράφο ο Τσάρλι Τσάπλιν.
ζωγραφική.....
Ο πίνακας αποκαλείται "τα πάθη του Χριστού".
08 Δεκεμβρίου 2009
Το τελευταίο παζλ του Ναμπόκοφ ....
Το ανολοκλήρωτο αφήγημα του συγγραφέα της «Λολίτας» βλέπει το φως της δημοσιότητας 33 χρόνια μετά τον θάνατό του
του ANAΣΤΑΣΗ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗ
Στην εισαγωγή της μετάφρασής του στα αγγλικά του αριστουργήματος του Πούσκιν Ευγένιος Ονιέγκιν, ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ γράφει ανάμεσα σε άλλα και τα εξής: «Ο καλλιτέχνης πρέπει αδίστακτα να καταστρέφει τα χειρόγραφά του μετά την έκδοση,μήπως και παραπλανήσουν τις ακαδημαϊκές μετριότητες και σκεφθούν ότι είναι δυνατόν να διαλευκάνουν τα μυστήρια της ευφυΐας μελετώντας ακυρωμένες αναγνώσεις.Στην τέχνη η πρόθεση και το σχέδιο δεν είναι τίποτε.Μόνο το αποτέλεσμα μετράει». Ηταν λοιπόν επόμενο η έκδοση του ανέκδοτου μυθιστορήματός τουΤhe Οriginal of Lauraτην περασμένη Δευτέρα από τα Ρenguin Βooks στην Αγγλία και τον Κnopf στις ΗΠΑ να πυροδοτήσει ξανά τις διαμάχες που ξέσπασαν πέρυσι τον Απρίλιο όταν ο Ντμίτρι Ναμπόκοφ, γιος του συγγραφέα, ανήγγειλε ότι συμφώνησε να εκδοθεί ένα βιβλίο που ο πατέρας του προτού πεθάνει είχε ζητήσει να καεί.
Πρόκειται όμως για μυθιστόρημα; Αυτό που φυλασσόταν επί 33 χρόνια στη θυρίδα μιας ελβετικής τράπεζας δεν ήταν παρά το ατελές προσχέδιο ενός μυθιστορήματος γραμμένου με μολύβι σε 138 καρτέλες, το οποίο ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ δεν κατάφερε να το γράψει.
Το κείμενο όλο κι όλο δεν ξεπερνά τις 9.000 λέξεις. Οπως είναι γραμμένο στις καρτέλες έχει κανείς τη δυνατότητα να τις ανακατεύει σαν τράπουλα και να δημιουργεί τη δική του εκδοχή για την πλοκή στην οποία ενδεχομένως θα κατέληγε ο Ναμπόκοφ.
Λολίτα και Λολίτο
Στη Νέα Υόρκη την περασμένη Δευτέρα στο γνωστό πολιτιστικό κέντρο Υτης 92ης οδού του Μανχάταν οργανώθηκε έκθεση με τις καρτέλες όπου γράφτηκε τοΤhe Οriginal of Lauraόπως επίσης και ανάγνωση αποσπασμάτων, από την οποία όμως ουδείς ως φαίνεται διαφωτίστηκε για το ποια ενδεχομένως μορφή θα έπαιρνε η υπόθεση του βιβλίου που σκόπευε να γράψει ο Ναμπόκοφ. Ο γιος του Ντμίτρι, 75 ετών σήμερα, είχε δηλώσει πέρυσι ότι ο πατέρας του εμφανίστηκε στον ύπνο του και τον παρότρυνε να δώσει το κείμενο στη δημοσιότητα, γεγονός που προκάλεσε ειρωνικά σχόλια και πολλοί θυμήθηκαν τις διαφορές ανάμεσα στον γιο και τον πατέρα Ναμπόκοφ. Ο πατέρας λ.χ. λάτρευε το σκάκι αλλά απεχθανόταν τη μουσική και ποτέ του δεν έμαθε να οδηγεί. Ο γιος αντίθετα υπήρξε τραγουδιστής της όπερας, βαρύτονος πολλά υποσχόμενος, που το ντεμπούτο του το έκανε μαζί με τον Παβαρότι στην όπεραLa Βoheme, διήγε βίον πλεϊμπόι, του άρεσε η ορειβασία και λάτρευε τα γρήγορα αυτοκίνητα (με ιδιαίτερη αδυναμία στις Φεράρι), έλαβε μάλιστα πολλές φορές μέρος σε αγώνες αυτοκινήτων ώσπου έπειτα από ένα σοβαρό ατύχημα το 1980 αναγκάστηκε να τα σταματήσει όλα. Δεν αισθάνθηκε να βαραίνει πάνω του ο ίσκιος του πατέρα του, από τα δικαιώματα των βιβλίων του οποίου (τηςΛολίταςιδιαίτερα, ενός από τα μεγαλύτερα μεταπολεμικά μπεστ σέλερ) ζούσε πλουσιοπάροχα, ούτε και τον ενοχλούσε που ο ιταλικός Τύπος του έχει κολλήσει το παρατσούκλι Lolito. Το κείμενο που έγραψε ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ πάνω στις καρτέλες δακτυλογραφήθηκε πριν από δέκα χρόνια και κάλυψε 76 σελίδες. Και μπορεί μεν να μην ήταν βιβλίο ακριβώς, ήταν όμως Ναμπόκοφ. Επιπλέον ο Ντμίτρι είχε αρχίσει να γερνάει και οι ειδικοί περί τα γηριατρικά κόστιζαν πολύ. Χρειαζόταν λοιπόν χρήματα.
Εκτός όμως από τα χρήματα έπρεπε να βρει και κάποια άλλοθι. Ενα από αυτά είναι το γεγονός ότι ο πατέρας του είχε γράψει κάποτε πως ευτυχώς που ο Μαξ Μπροντ, εκτελεστής της διαθήκης του Κάφκα, δεν υπάκουσε στην επιθυμία του συγγραφέα τηςΜεταμόρφωσηςνα κάψει όλα τα γράμματα και τα χειρόγραφα που είχε στη διάθεσή του. Αν ο Μπροντ είχε υπακούσει, η παγκόσμια λογοτεχνία θα στερούνταν δύο αριστουργήματα: τονΠύργοκαι τη Δίκη. Ας θυμίσουμε εδώ ότι αυτό δεν ήταν κάτι που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ο Βιργίλιος λ.χ. απελπισμένος από τη βαρβαρότητα του κόσμου στον οποίον ζούσε ζήτησε από τον εκτελεστή της διαθήκης του Βάριο να καταστρέψει το χειρόγραφο τηςΑινειάδαςαλλά ο καίσαρας Οκταβιανός Αύγουστος διέταξε τον τελευταίο να μην υπακούσει.
Το έγραψε «στον νου του»
Η περίπτωση με τοΤhe Οriginal of Lauraβεβαίως είναι διαφορετική. Εδώ δεν έχουμε ένα περίπου ημιτελές ή σχεδόν πλήρες βιβλίο αλλά τo σκαρίφημα ενός μυθιστορήματος το οποίο σύμφωνα με τον ίδιο τον συγγραφέα«το είχε γράψει στον νου του»χωρίς να προλάβει να του δώσει μορφή στο χαρτί. Δεδομένου λοιπόν ότι η ιστορία που ήθελε να αφηγηθεί ο Ναμπόκοφ παραμένει υπόθεση εργασίας και κατά πάσα βεβαιότητα θα πυροδοτήσει τη φαντασία πολλών, εκείνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι κι εδώ ο συγγραφέας τηςΛολίταςασχολείται με το ζήτημα του θανάτου, τα βάσανα που προκαλεί το πέρασμα του χρόνου και το περίπλοκο σκάκι των σχέσεων που αναπτύσσονται σε ένα ερωτικό τρίγωνο. Εχουμε λοιπόν έναν άνδρα που πεθαίνει σιγά σιγά- κι αφού έχει αρχίσει να μην αισθάνεται το σώμα του-, μια σύζυγο που αποκαλείται Φλώρα η οποία έχει διάφορες ερωτικές περιπέτειες (είναι 24 ετών αλλά μοιάζει με δώδεκα, κι αυτό παραπέμπει φυσικά στο απόλυτο νυμφίδιο του συγγραφέα, τη Λολίτα) και τέλος, στην τρίτη πλευρά του τριγώνου, έναν συγγραφέα, πρώην εραστή της Φλώρας η οποία αποτέλεσε το πρότυπό του για τη δημιουργία της Λάουρας, ενός από τους χαρακτήρες του πλέον επιτυχημένου μυθιστορήματός του.
Το βιβλίο περιέχει έναν πρόλογο του Ντμίτρι Ναμπόκοφ γεμάτο εξωφρενικές υπερβολές του τύπου ότι ως δομή και ως ύφος δεν έχει το προηγούμενό του. Ο πατέρας Ναμπόκοφ είχε γράψει ένα θαυμάσιο δοκίμιο για τηΛολίτα- κι αυτό προσπαθεί ανεπιτυχέστατα να μιμηθεί ο γιος.
Η μέθοδος του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ να γράφει τα προσχέδια των βιβλίων του σε καρτέλες τού ήταν ιδιαιτέρως προσφιλής. Ετσι έκανε κατά κανόνα, κι όταν αποφάσιζε να βάλει σε όποια σειρά νόμιζε τις καρτέλες ώστε να οδηγηθεί στην καλύτερη δυνατόν πλοκή ήξερε σε ποιο βιβλίο θα κατέληγε. Ομως τούτο το επέτρεπε μόνο στον εαυτό του. Η σκέψη ότι τώρα μπορεί να κάνουν το ίδιο αναγνώστες, μελετητές, κριτικοί και όποιος τέλος πάντων το επιθυμεί, αν ζούσε θα τον γέμιζε τρόμο, έγραψε στον βρετανικό Τelegraphο Τζόναθαν Μπέιτ που πιστεύει ότι ο υιός Ναμπόκοφ θα ήταν προτιμότερο να δημοσιεύσει αυτό το ατελέστατο και αποσπασματικό χειρόγραφο σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό προς χρήσιν των μελετητών οι οποίοι, όπως προκύπτει από κάποια αποσπάσματα, θα ανακάλυπταν τη σχέση του με τα έργα της πρώιμης περιόδου του συγγραφέα, που τα έγραψε στη ρωσική γλώσσα, πολύ πριν στραφεί στην αγγλική, για να αναδειχθεί σε έναν από τους κορυφαίους στυλίστες της.
(από το ΒΗΜΑ,http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=56&artid=300749&dt=22/11/2009)
02 Δεκεμβρίου 2009
Η τέλεια φωνή .....
Την ιδανική ανθρώπινη φωνή υποστηρίζουν ότι ανακάλυψαν Βρετανοί ερευνητές, δουλεύοντας πάνω σε έναν μαθηματικό τύπο και αναλύοντας τις φωνές 50 ανθρώπων.
Η Ντέιμ Τζούντι Ντεντς πλησιάζει πολύ την ιδανική φωνή
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα η τέλεια γυναικεία φωνή είναι ένα μίγμα από τις Μαριέλα Φρόστραπ, Ντέιμ Τζούντι Ντεντς και Όνορ Μπλάκμαν και η τέλεια ανδρική ο συνδυασμός της φωνής των Άλαν Ρίκμαν και Τζέρεμι Άιρονς.
Το μυστικό για την τέλεια φωνή είναι να συνδυάζονται ο τόνος, η ταχύτητα, η συχνότητα, οι λέξεις ανά λεπτό και η μελωδίας της φωνής.
Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα για την ιδανική φωνή δεν θα πρέπει να ξεπερνιούνται οι 164 λέξεις το λεπτό και να υπάρχει παύση 0,48 δευτερολέπτων μεταξύ των προτάσεων.
Η ιδανική φωνή πρέπει επίσης να συνδυάζεται με θετικά χαρακτηριστικά προς τους ακροατές όπως η αυτοπεποίθηση και η εμπιστοσύνη.
Ο καθηγητής Άντριου Λιν δήλωσε ότι "σαν άνθρωποι ενστικτωδώς γνωρίζουμε ποιες φωνές μας προκαλούν ανατριχίλα και ποιες απέχθεια. Τα ερεθίσματα που προκαλούν οι φωνές των παρουσιαστών είναι εντυπωσιακά και εξηγούν κατά κάποιο τρόπο γιατί καλλιτέχνες ή μουσική παραγωγοί επιλέγονται για αυτές τις δουλειές ή γιατί οι φωνές κάποιων διασημοτήτων μας ελκύουν".
Ο ηθοποιός Τζέρεμι Άιρονς βρίσκεται πολύ κοντά στο να έχει την ιδανική φωνή καθώς μιλάει με 200 λέξεις ανά λεπτό και κάνει παύσεις 1,2 δευτερολέπτων ανάμεσα στις προτάσεις.
Ο καθηγητής εξήγησε ότι για αυτό το λόγο οι «βαθιοί βαρείς τόνοι» της φωνής του εμπνέουν εμπιστοσύνη στους ακροατές.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)