14 Φεβρουαρίου 2014

Τί περιέχουν τα χάπια των αρχαίων Ελλήνων;




Αμερικανοί αρχαιοβοτανολόγοι μπόρεσαν για πρώτη φορά να μελετήσουν και να αναλύσουν το περιεχόμενο χαπιών που έφτιαχναν οι γιατροί στην αρχαία Ελλάδα και τα οποία ανακαλύφθηκαν προ 20ετίας, σε ένα ναυάγιο ελληνικού πλοίου στα ανοιχτά της Τοσκάνης. 
Το πλοίο από ξύλο καρυδιάς, το οποίο ναυάγησε το 130 π.Χ., μετέφερε γυαλικά από τη Συρία και φάρμακα, που τα περισσότερα δεν είχαν καθόλου μουσκέψει από το νερό. Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν το ναυάγιο το 1989, αλλά μόλις τώρα κατέστη δυνατό να ανακοινωθεί η μελέτη των φαρμακευτικών σκευασμάτων που αυτό περιείχε. 
Οι αναλύσεις DNA έδειξαν ότι κάθε χάπι ήταν ένα μίγμα από τουλάχιστον δέκα διαφορετικά εκχυλίσματα φυτών, όπως ο ιβίσκος και το σέλινο. «Για πρώτη φορά έχουμε, πια, φυσικά στοιχεία όσων περιέχονται στα γραπτά των αρχαίων Ελλήνων γιατρών Διοσκουρίδη και Γαληνού», δήλωσε ο Αλέν Τουγουέιντ του Εθνικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Ινστιτούτου Σμιθσόνιαν στην Ουάσιγκτον, σύμφωνα με το «New Scientist».
Η ανάλυση του DNA έγινε από τον Ρόμπερτ Φλάισερ του Εθνικού Ζωολογικού πάρκου του Σμιθσόνιαν, ο οποίος συνέκρινε τις γενετικές αλληλουχίες που βρήκε σε δύο χάπια, με τη γενετική βάση φυτών GenBank που έχουν τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ. Με τον τρόπο αυτό, μπόρεσε να εντοπίσει μέσα στα χάπια ίχνη από καρότο, ραπανάκι, σέλινο, άγριο κρεμμύδι, βαλανίδια, λάχανο, ήμερο τριφύλλι (αλφάλφα), αχίλλεια κ.α. Ακόμα εντόπισε ιβίσκο, που πιθανώς είχε εισαχθεί από την Ανατολική Ασία, την Ινδία ή την Αιθιοπία. 
Σύμφωνα με τον Φλάισερ, τα περισσότερα από τα παραπάνω φυτά χρησιμοποιούνταν από τους αρχαίους για να θεραπεύουν τους αρρώστους. Η αχίλλεια π.χ. σταματούσε την αιμορραγία κάποιου τραύματος. Ο Πεδάνιος Διοσκουρίδης, ιατρός και βοτανολόγος (πρόδρομος των φαρμακοποιών), κατά τον 1ο αιώνα μ.Χ., περιέγραφε 
στα κείμενά του το καρότο ως πανάκεια για πολλά προβλήματα υγείας, θεωρώντας, για παράδειγμα, ότι αν κανείς το έχει φάει προκαταβολικά, δεν τον βλάπτουν τα ερπετά, ενώ παράλληλα βοηθά στη σύλληψη παιδιού. 
Η ανάλυση των αρχαίων παρασκευασμάτων-χαπιών, εκτός από τις νέες πληροφορίες, έχει δημιουργήσει και νέα μυστήρια για τους αρχαιοβοτανολόγους. Η μελέτη του DNA δείχνει ότι τα χάπια πιθανότατα περιείχαν και ηλίανθους, ένα φυτό που οι επιστήμονες ως τώρα πίστευαν ότι δεν υπήρχε στον αρχαίο κόσμο, πριν οι Ευρωπαίοι το ανακαλύψουν στην Αμερική. Αν το εύρημα επιβεβαιωθεί, οι βοτανολόγοι θα πρέπει να αναθεωρήσουν την παραδοσιακή ιστορία του φυτού και την παγκόσμια διασπορά του, όπως δήλωσε ο Τουγουέιντ, αν και παραμένει ακόμα η πιθανότητα η παρουσία ηλίανθου στα αρχαία χάπια να προέρχεται από πρόσφατη γενετική «μόλυνση». 
Τα βότανα και τα φάρμακα που περιγράφουν στα κείμενά τους ο Γαληνός και ο Διοσκουρίδης, έχουν συχνά θεωρηθεί ως «κομπογιαννίτικα» και αναποτελεσματικά. 
Τώρα, οι αρχαιοβοτανολόγοι σκοπεύουν να λύσουν την επιστημονική διαμάχη γύρω από την θεραπευτική αξία των αρχαίων παρασκευασμάτων, μελετώντας κατά πόσο τα φυτικά εκχυλίσματα που βρέθηκαν στα χάπια, μπορούν να θεραπεύσουν ασθένειες. 
Ο Τουγουέιντ θέλει να βρει τις ακριβείς μετρήσεις που έκαναν οι αρχαίοι έλληνες γιατροί για να παρασκευάσουν τα χάπια τους. «Ποιος ξέρει, αυτά τα αρχαία φάρμακα μπορεί να ανοίξουν νέους δρόμους στη φαρμακολογική έρευνα», σημείωσε. 
Οι αναλύσεις της αμερικανικής ερευνητικής ομάδας παρουσιάστηκαν στο 4ο Διεθνές Συμπόσιο Βιομοριακής Αρχαιολογίας, που έγινε αυτή την εβδομάδα στην Κοπεγχάγη της Δανίας.   

(από το:http://www.tovima.gr/science/article/?aid=353567)

03 Φεβρουαρίου 2014

ΓΙΑΚΟΥΜΟ ΚΟΪΖΟΥΜΙ (ΛΕΥΚΑΔΙΟΣ ΧΕΡΝ).

 Οι κρητικές ρίζες
του εθνικού συγγραφέα της Ιαπωνίας 

 Κείμενο – φωτογραφίες: ΕΦΗ ΨΙΛΑΚΗ
www.karmanor.gr
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Υπέρ-Χ, τ. 59, Άνοιξη 2011).
Λευκάδιος Χερν, Κουιζούμι, Τόκυο Ιαπωνία

Από ένα χωριό της Κρήτης κατάγεται ο μεγαλύτερος συγγραφέας της Ιαπωνίας, ο «εθνικός ποιητής» της χώρας του Ανατέλοντος Ηλίου. Η οικογένεια της μητέρας του ξεκίνησε από τον οικισμό Σκυλούς, τη σημερινή Καλλονή, ένα αμπελοχώρι που βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα έξω από το Ηράκλειο. Οι περιπέτειες του τόπου οδήγησαν τους Κασιμάτηδες στην ξενιτιά, στο Τσιρίγο. Ωστόσο, ο ίδιος ο εθνικός συγγραφέας της Ιαπωνίας έχει συνδεθεί πιο πολύ με τη Λευκάδα, τον τόπο στον οποίο είχε γεννηθεί.
Τον θυμηθήκαμε πιο πολύ τώρα που η Ιαπωνία βυθίστηκε στο πένθος για τα χιλιάδες θύματα του φοβερού σεισμού και των φονικών παλιρροϊκών κυμάτων που τον ακολούθησαν. Στον ελληνικής καταγωγής Κοϊζούμι οφείλεται η πιο παραστατική περιγραφή των καταστροφικών αυτών κυμάτων. Σε ένα διήγημά του αναφέρεται στην απρόσμενη υποχώρηση της θάλασσας μετά από κάποιο σεισμό. Κανείς δεν είχε παραξενευτεί τότε, εκτός από έναν σεβάσμιο Γιαπωνέζο, τον Χαμαγκούτσι Γκοχέϊ. Αυτός έτρεξε, ανέβηκε ψηλά στο λόφο, πήρε ένα δαυλό και έβαλε φωτιά στις θημωνιές με τα ρύζια. Όλοι οι κάτοικοι έτρεξαν να τη σβήσουν. Όταν έφτανε στο λόφο και το τελευταίος, ένα τεράστιο τσουνάμι σκέπασε το χωριό τους. Η θάλασσα που είχε αρχικά υποχωρήσει, φούσκωσε και σηκώθηκαν γιγαντιαία κύματα. Τίποτα δεν έμεινε όρθιο! Όμως, κανένας κάτοικος δεν είχε πάθε τίποτα. Τότε κατάλαβαν το τέχνασμα του σοφού συγχωριανού τους που δεν είχε άλλον τρόπο να τους ειδοποιήσει όλους τόσο γρήγορα και άμεσα. Λίγο μετά οι χωρικοί έχτισαν ένα ναό για τον Χαμαγκούτσι Γκοχέϊ. Εκεί τον λάτρευαν σαν θεό. Ήταν ένας από τους πολλούς θεούς του γιαπωνέζικου πανθέου. Το εκπληκτικό ήταν ότι τον λάτρευαν σαν θεό όταν ζούσε ακόμη…

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ - ΣΥΜΒΟΛΟ
Είχα προσπαθήσει να μάθω το λόγο για τον οποίο οι σημερινοί Γιαπωνέζοι τρέφουν τόσο σεβασμό σε ένα συγγραφέα με ελληνική καταγωγή, τον Γιάκουμο Κοϊζούμι ή Λευκάδιο Χερν, όπως ήταν το όνομά του πριν φτάσει στη χώρα τους. Στη μεγάλη αίθουσα του Πανεπιστημίου Κέιο του Τόκιο βρήκα τις πρώτες απαντήσεις. Μόλις είχε τελειώσει μια σημαντική εκδήλωση προς τιμήν ενός Έλληνα συγγραφέα, του Νίκου Καζαντζάκη, με πρωτοβουλία του Αντιπρύτανη κ. Νισιμούρα και του Έλληνα πρέσβη κ. Ιωάννη Βάββα, και είχε αρχίσει μια μικρή δεξίωση με την παρουσία της πριγκίπισσας της Ιαπωνίας, της κ. Τακαμάντο. Αναμφισβήτητα η Τακαμάντο ήταν το πρόσωπο της βραδιάς. Μόνο που οι Γιαπωνέζοι ξέρουν να αποδίδουν σεβασμό με διακριτικότητα και ευγένεια. Υπέθεσα πως ο σεβασμός στην πριγκίπισσα οφείλεται κατά ένα μέρος στη λαμπερή προσωπικότητά της και κατά ένα άλλο στο ρόλο της. Και δεν έπεσα έξω. Στη σημερινή Ιαπωνία τα σύμβολα εξακολουθούν να ασκούν μια ιδιαίτερη έλξη.


Σύμβολο, λοιπόν, της Ιαπωνίας και ο Ελληνο-ιρλανδός συγγραφέας Λευκάδιος Χερν; Απεύθυνα το ερώτημα σε μια μικρή συντροφιά νέων ανθρώπων που δίδασκαν στο μεγάλο αυτό Πανεπιστήμιο. Η απάντηση ήταν ομόφωνη:
-         Ναι, είναι σύμβολο γιατί μας συνδέει με τις ρίζες του γιαπωνέζικου πολιτισμού. Οι μαρτυρίες του για την Ιαπωνία του 19ου αιώνα αποτελούν μοναδικές πηγές για τον τρόπο ζωής, τα ήθη και τις δοξασίες του λαού μας.
Έναν αιώνα μετά το θάνατό του ο Γιάκουμο Κοϊζούμι εξακολουθεί να εκφράζει το ύφος και τις αξίες της παλιάς Ιαπωνίας και να θεωρείται ένας από τους εθνικούς συγγραφείς της χώρας. Θυμίζει το παρελθόν το οποίο αποτυπώνει με σεβασμό, πράγμα πρωτόγνωρο για τους δυτικούς συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τους πολιτισμούς της Ανατολής.
Τελετουργία τσαγιού, τσάι, Ιαπωνία Τόκυο

Τελετουργία τσαγιού στην Ιαπωνία (Τόκυο).
ΚΡΗΤΗ, ΚΥΘΗΡΑ, ΛΕΥΚΑΔΑ
Οι ελληνικές ρίζες του Λευκάδιου Χερν χάνονται στους πρώτους αιώνες της Βενετοκρατούμενης Κρήτης. Η μητέρα του, Ρόζα, ήταν μέλος της μεγάλης οικογένειας Κασιμάτη. Είχε γεννηθεί στα Κύθηρα και είχε εγκατασταθεί στη Λευκάδα, όπου και γνώρισε τον πρώτο σύζυγό της, τον  στρατιωτικό γιατρό Κάρολο Μπους Χερν που εκείνα τα χρόνια υπηρετούσε στα Επτάνησα. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η οικογένεια Κασιμάτη προέρχεται από τον οικισμό Σκιλλούς, τη σημερινή Καλλονή του Δήμου Καζαντζάκη, έναν οικισμό με έντονα τα σημάδια του ενετικού παρελθόντος. Σώζεται ακόμη το φρούριο του Κάστελου λίγο πιο πάνω από το χωριό και μερικοί τοιχογραφημένοι ναοί από τους πρώτους αιώνες της Βενετοκρατίας. Οι Κασιμάτηδες φαίνεται πως ήταν ιδιοκτήτες αμπελώνων, καλλιέργεια με την οποία ασχολούνται και σήμερα οι κάτοικοι της Σκιλλούς. Από την Κρήτη η οικογένεια εγκαταστάθηκε στα Κύθηρα, διατηρώντας πάντα σχέσεις με τον τόπο της καταγωγής της. Τα δυο νησιά αποτελούν τους πιο σημαντικούς σταθμούς της ιστορίας της οικογένειας Κασιμάτη. Ωστόσο, σε ένα άλλο νησί, τη Λευκάδα, πατρίδα σπουδαίων ποιητών, θα δει το φως ο Λευκάδιος.
Σκιλούς, Καλλονή Κρήτης, ενετικό φρούριο, κάστρο

Το ενετικό φρούριο στο χωριό των Κασιμάτηδων (Καλλονή Κρήτης).
Η Λευκάδα, το νησί που έδωσε το όνομά του στον Χερν, δεν θα τον ξεχάσει. Θα στήσει την προτομή του στον Κήπο των Ποιητών, δίπλα στον Βαλαωρίτη και τον Σικελιανό, θα του αφιερώσει ένα δρόμο και θα αναδείξει το σπίτι όπου γεννήθηκε.


Κύθηρα

Πριν αναχωρήσω για την Ιαπωνία είχα μιλήσει με τον κ. Μανόλη Χελιδόνη, καθηγητή της ιατρικής. Καθώς και ο ίδιος κατάγεται από την οικογένεια Κασιμάτη έχει φροντίσει να έρθει σε επαφή με τους απογόνους του Λευκάδιου Χερν. Ανταλλάσσουν επισκέψεις και φροντίζουν να διατηρούν ζωντανή τη μνήμη του σπουδαίου συγγραφέα. Όσο και αν έχουν περάσει οι αιώνες, οι συγγενικοί δεσμοί φαίνονται έντονοι ακόμη. Στις κοινωνικές εκδηλώσεις της οικογένειας που γίνονται στην Ελλάδα συμμετέχει και… ο γιαπωνέζικος κλάδος της.
Κασιμάτη, Λευκάδιος Χερν
Μανόλης Χελιδόνης, Λευκάδιος Χερν, Κύθηρα, Κρήτη Καλλονή

Ο κ. Μανώλης Χελιδόνης με τη φωτογραφία της μητέρας του (το γένος Κασιμάτη).
 


 η οικία που γεννήθηκε και μεγάλωσε η μητέρα του ποιητή στη Χώρα Κυθήρων.


Ο ΕΓΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΚΟΥΪΖΟΥΜΙ

Στην εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο Κέιο λόγιοι, συγγραφείς και απλοί φίλοι της Ελλάδας απολάμβαναν μια σημαντική ελληνο-ιαπωνική πολιτιστική προσέγγιση. Καθώς η βραδιά ήταν αφιερωμένη στον Καζαντζάκη, γινόταν συχνά λόγος για τον ρόλο που μπορεί να παίξει ένας συγγραφέας σε μια ξένη χώρα. Το βλέμμα ενός εξωτερικού παρατηρητή μπορεί να αποκαλύψει πράγματα που ένας μόνιμος κάτοικος δεν τα προσέχει… Άλλωστε και ο Καζαντζάκης είχε επισκεφτεί την Ιαπωνία και έγραψε ενδιαφέρουσες ταξιδιωτικές εντυπώσεις.


Ο κ. Άκιο Ιναγκάκι
Ανάμεσα στους Γιαπωνέζους που βρέθηκαν εκείνο το βράδυ στο Κέιο ήταν και ο κ. Άκιο Ιναγκάκι, εγγονός του Λευκάδιου Χερν. Είναι ο απόγονος του σπουδαίου συγγραφέα που διατηρεί τις περισσότερες επαφές με την Ελλάδα. Έχει έρθει αρκετές φορές και οι δεσμοί με τις ρίζες του είναι ακόμη ισχυροί, ιδιαίτερα με τον καθηγητή της ιατρικής κ. Μανόλη Χελιδόνη, τον «συγγενή μου στην Κρήτη», όπως λέει ο ίδιος.
«Θα έρθω ξανά στην Ελλάδα. Ο τάφος της προγιαγιάς μου, της Ρόζας Κασιμάτη, βρίσκεται στα Κύθηρα. Ακούγοντας τις διαλέξεις για τον Καζαντζάκη έμαθα για ένα ωραίο έθιμο που περιγράφει ο συγγραφέας σας. Οι Κρητικοί συνήθιζαν να χύνουν λίγο κρασί πάνω στους τάφους για τους νεκρούς. Με εντυπωσίασε και θέλω να κάνω το ίδιο στον τάφο της Ρόζας». Η συγκίνησή του είναι προφανής. Άλλωστε ο παππούς του έγινε τόσο αγαπητός στην Ιαπωνία επειδή σεβάστηκε τα έθιμα του λαού που επέλεξε να ζήσει ανάμεσά του.
Η συζήτηση με τον κ. Ιναγκάκι αποτέλεσε μια καλή εισαγωγή στον κόσμο του Λευκάδιου Χερν.
- Η Κρήτη και η Ελλάδα που περιγράφει ο Καζαντζάκης, όπως άκουσα σήμερα στις ομιλίες, έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον παραδοσιακό πολιτισμό της Ιαπωνίας. Πριν από λίγα χρόνια πήραν χώμα από τον τάφο της Ρόζας Κασιμάτη και το έφεραν εδώ, το έβαλαν στον τάφο του Γιάκουμο. Τώρα εγώ θα πάρω χώμα από τον τάφο του παππού μου και θα το βάλω στον τάφο της Ρόζας στα Κύθηρα. Αυτό θα άρεσε στον Γιάκουμο… Άκουσα ακόμη ότι στην Ελλάδα, όπως λέει και ο Καζαντζάκης, ρίχνουν κρασί στους τάφους σαν  προσφορά στους νεκρούς. Σκέφτηκα αμέσως να κάνω κι εγώ το ίδιο στον τάφο της Ρόζας.


Ο Άκιο Ιναγκάκι ρίχνει σάκε στον τάφο της προγιαγιάς του στα Κύθηρα
ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ…
Ο Ελληνοϊρλανδός συγγραφέας είχε γεννηθεί στη Λευκάδα το 1850. Ο γάμος του Κάρολου και της Ρόζας διαλύθηκε σχετικά νωρίς. Ο Πατρίκιος – Λευκάδιος (αυτό ήταν το πραγματικό όνομά του) βρέθηκε στην Ιρλανδία όταν ήταν πέντε χρονών και μεγάλωσε με τους συγγενείς του πατέρα του. Από τα χρόνια της εφηβείας του θα απορρίψει το συμβολικό για τους Ιρλανδούς όνομα Πατρίκιος και θα επιλέξει το Λευκάδιος. Είναι μια από τις πρώτες ρήξεις που κάνει στη δύσκολη ζωή του. Τα χρόνια που ακολουθούν είναι δύσκολα. Διακόπτει τις σπουδές του, μεταβαίνει στην Αμερική, εργάζεται εκεί ως δημοσιογράφος και, σαραντάρης πια, αναχωρεί για την Ιαπωνία σε δημοσιογραφική αποστολή. Η χώρα των Σαμουράι τον γοητεύει. Και επιλέγει να μείνει για πάντα εκεί. Εγκαθίσταται στο Ματσούε, στο βορειοδυτικό τμήμα του μεγαλύτερου από τα νησιά που συνθέτουν την Ιαπωνία. Δεν θα μείνει, όμως, για πάντα εκεί. Θα γνωρίσει ένα μεγάλο τμήμα της χώρας και θα εγκατασταθεί τελικά στο Τόκιο.
Βούδας στο ιερό Καμάκουρα, Ιαπωνία, Λευκάδιος Χερν

Ο Βούδας στο φημισμένο ιερό Καμάκουρα
Η ανάμνηση τόσο της μητέρας του όσο και της Ελλάδας δεν είναι και τόσο καθαρή αφού δεν την είδε ποτέ ξανά. Μετά την εγκατάσταση στην Ιρλανδία ο Κάρολος Χερν διέλυσε το γάμο στηριζόμενος σε ένα «παράθυρο» του νόμου. Φαίνεται, όμως, ότι κάθε αναφορά στον ελληνικό πολιτισμό προκαλούσε συγκίνηση στον Λευκάδιο. Δεν κρύβει τον θαυμασμό του για την αρχαιοελληνική τέχνη και την αισθητική της.
- Αγαπούσε περισσότερο τη μητέρα του, λέει ο κ. Ιναγκάκι. Ήταν άνθρωπος που του άρεσε το φως και η ζεστασιά, δεν ήθελε να ζει σε βαριά κλίματα. Πιστεύω ότι θα προτιμούσε να ζει στην Αθήνα παρά στο Δουβλίνο. Άλλωστε η χώρα σας, που είναι εν μέρει και δική μου αφού κατάγομαι από εκεί, και η Ιαπωνία έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό το φως…
Ιερό νερό, κρήνη βουδιστικού ιερού, Λευκάδιος Χερν

Λατρευτική σκηνή στη σύγχρονη Ιαπωνία (κρήνη βουδιστικού ιερού).
Τον ρωτάμε αν είναι γνωστή στην Ιαπωνία η ελληνική και η ιρλανδική καταγωγή του συγγραφέα τους.
- Ναι, το γνωρίζουν. Όμως δεν γνωρίζουν πολλά για την Ελλάδα. Περισσότερο γνωρίζουν πως είναι μια χώρα με μεγάλο πολιτισμό. Ο Λευκάδιος ή Γιάκουμο είναι αυτός που έκανε γνωστό στον δυτικό κόσμο τον ιαπωνικό πολιτισμό, γεγονός που επίσης συγκινεί τους σημερινούς συμπατριώτες μου. Πολλοί που τον διαβάζουν προσπαθούν να μάθουν περισσότερα για τις ρίζες του. Όσοι γνωρίσουν την Ελλάδα την αγαπάνε και τη σέβονται. Είναι, λοιπόν, ο Γιάκουμο μια καλή αφορμή για πιο ουσιαστική προσέγγιση ανάμεσα στους δυο λαούς.
- Έχετε στα χέρια σας υλικό που δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί;
- Ο Γιάκουμο δεν κρατούσε ημερολόγιο. Έχει όμως αφήσει πολλές και σημαντικές σημειώσεις. Είναι ιαπωνικοί θρύλοι και παραδόσεις τις οποίες συγκέντρωνε με αληθινή αγάπη για τον πολιτισμό του λαού μας. Όταν δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία νομίζω πως θα προχωρήσω σε κάποια έκδοση.
ΔΙΔΑΞΕ ΣΕΒΑΣΜΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Λευκάδιος Χερν, Ιαπωνία, Γιάκουμο Κουιζούμι

Ο Λευκάδιος Χερν με τη Γιαπωνέζα γυναίκα του
Λίγο πριν από το τέλος του 19ου αιώνα ο Λευκάδιος Χερν γνώριζε έναν εντυπωσιακό κόσμο στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου. Από εκεί έστελνε κείμενα στη Δύση, γραμμένα στην αγγλική. Δίδαξε αγγλικά σε σχολεία και αργότερα στο αυτοκρατορικό πανεπιστήμιο του Τόκιο. Η σχέση του με την Ιαπωνία έγινε στενότερη και βαθύτερη όταν γνώρισε τη Σετζούκο, από παλιά οικογένεια Σαμουράι. Μια νέα σελίδα άνοιξε τότε στη ζωή του· εντάχτηκε πλήρως στην οικογένεια Κοϊζούμι και πήρε το επώνυμο της συζύγου του. Με αυτό τον ξέρουν σήμερα στην Ιαπωνία.
Είχε πλέον επιλέξει οριστικά να γίνει μέρος μιας μακραίωνης παράδοσης, να γνωρίσει τα ήθη και τις τελετουργίες και άρχισε να καταγράφει όλα αυτά που συνέθεταν τον παραδοσιακό πολιτισμό της νέας πατρίδας του. Για να αφομοιώσει καλύτερα τα στοιχεία που συνθέτουν αυτόν τον πολιτισμό θα αρχίσει να επισκέπτεται ναούς, να μεταβαίνει σε τόπους που θεωρούνταν στοιχειωμένοι, να μιλά με ηλικιωμένους. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο παππούς της Σετζούκο, ένας παλιός Σαμουράι που έμενε προσκολλημένος στον παραδοσιακό τρόπο ζωής. Αρχίζει να μελετά τον Βουδισμό και την παραδοσιακή θρησκεία της Ιαπωνίας, τις σιντοϊστικές παραδόσεις. Παράλληλα, όμως, γνωρίζει και αυτό που του είχε λείψει από τα παιδικά του χρόνια, τη θαλπωρή της οικογενειακής ζωής.
Ιαπωνία, γκέισσες, Λευκάδιος Χερν, Κουιζούμι

Γιαπωνέζες με παραδοσιακές ενδυμασίες
Μιλώντας με τους σημερινούς Γιαπωνέζους καταλαβαίνει κανείς αυτό με το οποίο συμφωνούν οι περισσότεροι μελετητές του: ο Ελληνοϊρλανδός συγγραφέας ήρθε πάνω στην ώρα που άλλαζε η Ιαπωνία και αποτέλεσε μοχλό αντίστασης διδάσκοντας στους μαθητές του να σέβονται τον πολιτισμό και τις ρίζες τους. Τα βιβλία του κυκλοφορούν ακόμη, ενώ το 2004 πραγματοποιήθηκαν σημαντικές εκδηλώσεις με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ετών από το θάνατό του. Παράλληλα, υπάρχουν κάμποσοι σύλλογοι σε διάφορες πόλεις της χώρας που ασχολούνται με τη μελέτη του έργου του. Κι όταν, πριν από δέκα χρόνια, αποφασίστηκε να εκδοθούν τα Άπαντά του, συνεργάστηκαν δεκάδες μελετητές και λόγιοι.
Σύμφωνα με τον κ. Ιναγκάκι, τα κείμενα του παππού του αποτελούν έναν ασφαλή τρόπο να γνωρίσει κανείς τον γιαπωνέζικο πολιτισμό. Αλλά οι Γιαπωνέζοι φαίνεται πως του χρωστούν και κάτι ακόμη. Μας το λέει με λίγα λόγια ο εγγονός του:
-         Ήταν αυτός που έκανε γνωστή την Ιαπωνία στον δυτικό κόσμο και γι’ αυτό δεν πρόκειται να ξεχαστεί ποτέ. Ήδη υπάρχουν μουσεία αφιερωμένα στον ίδιο, πάρκα, σύλλογοι και ομάδες μελέτης.
Ο κ. Ιναγκάκι φαίνεται να έχει δίκιο. Ο Λευκάδιος είχε γνωρίσει τον πολιτισμό πολλών χωρών, είτε από προσωπικά βιώματα, είτε μελετώντας τους. Ξέρουμε, ας πούμε, ότι τον γοήτευε κάθε αναφορά στον ελληνικό πολιτισμό. Είχε ζήσει στην Ιρλανδία και στην Αμερική. Ήταν ένας ταξιδευτής που προτίμησε να πλησιάσει έναν ξένο πολιτισμό όχι ως «ανώτερος», όπως συνέβαινε στις μέρες του, όχι ως απλός εξωτερικός παρατηρητής, αλλά ως «μέτοχός» του. Μιλά για αερικά και φαντάσματα, ενσωματώνει στο λόγο την προφορική λογοτεχνία της Ιαπωνίας· το κείμενό του για τις πάπιες Οσιντόρι (συμβολίζουν τον συζυγικό έρωτα) διασώζει την αρχέγονη πίστη στα σύμβολα των Γιαπωνέζων: Ένας κυνηγός που πεινούσε είχε σκοτώσει την αρσενική πάπια σε κάποια λίμνη· το βράδυ ονειρεύτηκε πως εκείνη που είχε μείνει θρηνούσε σπαρακτικά. Πήγε στη λίμνη και την είδε να τρυπιέται με το ράμφος της και να πεθαίνει μπροστά του.
Το ηθογραφικό στοιχείο είναι έντονο ακόμη και στα περιηγητικά κείμενά του. Το πρώτο του βιβλίο «Ματιές στην άγνωστη Ιαπωνία» πρόσφερε στους αναγνώστες του μιαν εντυπωσιακή ξενάγηση. Το δίδασκαν για πολλές δεκαετίες στα σχολεία. Δεν πρόκειται για μια απλή περιγραφή της χώρας αλλά για ουσιαστική προσέγγιση στη γιαπωνέζικη ψυχή. Σε ένα κείμενό του για το γιαπωνέζικο χαμόγελο μεταφέρει την απορία ενός ανθρώπου που είχε συναντήσει εκεί: «Γιατί δεν χαμογελούν ποτέ οι ξένοι;» Το διαβάζω και σκέφτομαι πόσο εύκολα σε κατακτά ένας λαός που χαμογελά με την κάθε ευκαιρία…
ΤΟ ΑΛΣΟΣ ΚΟΪΖΟΥΜΙ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ
Άλσος Κουιζούμι, Λευκάδιος Χερν, Ιαπωνία, Τόκυο

Ένα μικρό άλσος στο δήμο Σιντζούκου είναι σήμερα ένας από τους σημαντικότερους τόπους μνήμης του Λευκάδιου Χερν. Όταν φτάναμε, αναχωρούσε ένα σχολείο· οι μικροί μαθητές πληροφορούνται από τις πρώτες σχολικές τάξεις για τον συγγραφέα τους. Παράλληλα, όμως, πληροφορούνται και για την ελληνική και την ιρλανδική καταγωγή του. Οι επιγραφές στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα συνθέτουν ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, θυμίζοντας ίσως με τον καλύτερο τρόπο την πολυσχιδή προσωπικότητα του συγγραφέα.
Η προτομή του είναι δώρο της ελληνικής Κυβέρνησης και τοποθετήθηκε εκεί το 1993. Στη μεταλλική επιγραφή διαβάζουμε:
Άλσος Κουιζούμι, Τόκυο, Ιαπωνία, Λευκάδιος Χερν

«Ο Λευκάδιος Χερν (ιαπωνιστί Γιάκουμο Κοϊζούμι) εγεννήθη εις την ελληνικήν νήσον Λευκάδα και απεβίωσεν εις τον ιαπωνικόν δήμον Σιντζούκου. Εξ αυτής της σχέσεως, ο Δήμος Λευκάδος και ο Δήμος Σιντζούκου συνήψαν, τον Οκτώβριον του 1989, δεσμούς φιλίας. Επ’ ευκαιρία της δημιουργίας άλσους εις μνήμην του Λευκάδιου Χερν υπό του Δήμου Σιντζούκου, η ελληνική κυβέρνησις δωρίζει την προτομήν αυτήν εις τον Δήμον, ευχομένη όπως η φιλία μεταξύ Ελλάδος και Ιαπωνίας ενισχυθεί περαιτέρω μέσω της Λευκάδος και του Σιντζούκου.
Απρίλιος 1993
Κωνσταντίνος Βάσσης, Πρεσβευτής της Ελλάδος στην Ιαπωνία».
Σε άλλο σημείο ο δήμος του Δουβλίνου έχει τοποθετήσει τη δική του επιγραφή. Όπως και ο δήμος Λευκάδας.
Η ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ
Το ψιλόβροχο κάνει πιο μελαγχολικό το κλίμα στο νεκροταφείο του Τόκιο. Ο συνοδός μας, ένας 60χρονος Γιαπωνέζος, μας οδηγεί στον τάφο του Κοϊζούμι. Προχωρώντας παρατηρώ διαφορετικούς τύπους τάφων χωμένους ανάμεσα σε καταπράσινα δέντρα. Ακόμη και χριστιανικοί σταυροί προσδίδουν μια διαφορετική απόχρωση στον κόσμο της γαλήνιας σιωπής. Ίσως δεν υπάρχει πιο ανεκτικός λαός απέναντι στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των άλλων. Το νεκροταφείο είναι κοινό για τους ανθρώπους διαφορετικών θρησκειών.
Τάφος Λευκάδιου Χερν, Ιαπωνία, Τόκυο, Λευκάδιος Χερν, νεκροταφείο Τόκυο


Τάφος Λευκάδιου Χερν, Κουιζούμι, Τόκυο Ιαπωνία

Ο τάφος του Λαυκάδιου Χερν στο κοιμητήριο του Τόκυο.
Κάπου εκεί, στο μεγάλο κοιμητήριο της ιαπωνικής πρωτεύουσας, βρίσκεται και η τελευταία κατοικία του Λευκάδιου ή Κοϊζούμι. Ένας τάφος λιτός, με πέτρες που λάμπουν καθώς πέφτει πάνω τους η βροχή. Κοιτάζοντάς τον θυμήθηκα πως το πρώτο κείμενό του που είχα διαβάσει μιλούσε για πέτρες! Σε κάποιο βιβλίο του ο Κοϊζούμι ξεναγεί τον αναγνώστη του στην ιαπωνική ψυχή γράφοντας πως ο ξένος θα εκπλαγεί βλέποντας παντού τοποθετημένες πέτρες, συνήθως λείες από τις κοίτες των ποταμών, με ιδεογράμματα σκαλισμένα πάνω τους. Τον είχαν εντυπωσιάσει οι φυσικές πέτρες που βρίσκονται ακόμη και στα κοιμητήρια. Μια τέτοια μεγάλη πέτρα βρίσκεται τώρα και στο δικό του. Δίπλα, μέσα σε φυσικά ανθοδοχεία, οι περαστικοί αποθέτουν λουλούδια.  
Ο Γιαπωνέζος συνοδός μας τα περιποιείται ώστε να σχηματίζουν μικρές ανθοδέσμες. Άλλωστε, σε τούτη τη χώρα δεν μπορεί να είναι τίποτα τυχαίο και ατακτοποίητο. Παρατηρώ τα λουλούδια. Τα περισσότερα είναι φρέσκα. Μερικά απ’ αυτά θα είχαν αποτεθεί εκεί λίγη ώρα πριν φτάσουμε…
Το πρωί εκείνης της μέρας είχα διαβάσει σε κάποιο φυλλάδιο πως οι μαθητές του είχαν τοποθετήσει στον τάφο του μια ποιητική επιγραφή, σαν επιτύμβιο επίγραμμα μνήμης: « Στον Γιάκουμο Κοϊζούμι που η πένα του ήταν πιο δυνατή από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους το οποίο αγάπησε»… 

02 Φεβρουαρίου 2014

23 Ιανουαρίου 2014

Ακροάσεις ηθοποιών από ''περιηγητές της ομίχλης''.

 Ολο και πιο εξουθενωτικές γίνονται οι ακροάσεις..

 

Η ατμόσφαιρα θυμίζει απαρχαιωμένη δημόσια υπηρεσία, όπου όλα λειτουργούν σαν ρολόι. Σταματημένο. Από πολύ νωρίς το πρωί, ουρές ηθοποιών σχηματίζονται έξω από θέατρα και μέσα σε φουαγιέ. Οι πιο έμπειροι, φροντίζουν να ξυπνήσουν από τα άγρια χαράματα προκειμένου να φτάσουν από τους πρώτους και να πάρουν αριθμό προτεραιότητας. Και από εκεί και πέρα, αρχίζει το μαρτύριο: οι ώρες περνούν, η ουρά μεγαλώνει, τα νεύρα σπάνε και οι εκατοντάδες ηθοποιοί που έχουν ετοιμάσει μονολόγους και τραγούδι προκειμένου να ξεχωρίσουν στην πολυαναμενόμενη οντισιόν, κοντεύουν να ξεχάσουν τα λόγια τους εξαιτίας της ατέρμονης αναμονής.

Είναι σχεδόν σαδιστικός ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται ουκ ολίγοι σκηνοθέτες, φτασμένοι αλλά και πρωτοεμφανιζόμενοι-αυτοαποκαλούμενοι «καλλιτέχνες», σε ανθρώπους που ονειρεύονται να παίξουν κάποια στιγμή στο θέατρο. Η τέχνη θέλει θυσίες λένε, αλλά γιατί να πρέπει εκτός από τόσα και τόσα άλλα να θυσιάσεις και την αξιοπρέπειά σου για μια θέση σε έναν θίασο;

Τα πηγαδάκια που σχηματίζονται κατά τη διάρκεια της αναμονής έχουν ενδιαφέρον: τρώνε το κολατσιό που έχουν φέρει από το σπίτι, άλλοι τραγουδούν, άλλοι παίρνουν έναν υπνάκο ζητώντας από κάποιον έμπιστο να τους ειδοποιήσει όταν έρθει η σειρά τους. Και φυσικά, προσπαθούν να γελάσουν με το δράμα τους: «εσύ σε πόσες οντισιόν πήγες αυτή τη βδομάδα;  Α ναι! Τώρα σε θυμήθηκα! Σε είχα δει και στην άλλη ακρόαση πριν από ένα μήνα! Τζίφος ε; / Ζητάνε και αυτοσχεδιασμό;».

Ο αυτοσχεδιασμός που και βέβαια ζητάνε, είναι κεφάλαιο από μόνο του: «Κάνε ότι κάνεις έρωτα με τον τοίχο και φτάσε σε οργασμό!» / «Γίνε μωβ και πες μας πώς νιώθεις!» / «Κάνε το φλυτζανάκι του καφέ!». Και άλλα τέτοια ευφάνταστα. Κάποιοι υποκύπτουν σε αυτά τα αλλόκοτα προστάγματα χωρίς να είναι 100% σίγουροι ότι ο άνθρωπος που τους τα ζήτησε τα έχει τετρακόσια. Κάποιοι άλλοι, που θεωρούν ότι όλα αυτά είναι εκτός τόπου και χρόνου και ζητούν επεξήγηση, κόβονται με συνοπτικές διαδικασίες.

«Ετσι όπως γίνονται πλέον οι οντισιόν, το να μην σε επιλέξουν είναι αυτό που σε πειράζει λιγότερο. Το χειρότερο είναι ότι ξεκινάς το πρωί από το σπίτι σου γεμάτος κέφι και τρακ, έχεις προβάρει τα λόγια σου, έχεις προσέξει την εμφάνισή σου και όσο περνά η ώρα και δεν έρχεται η σειρά σου και συνειδητοποιείς ότι εκτός από μεσημεριανό σε λίγο θα φας και βραδινό ενώ κάθεσαι κατάχαμα, ξέρεις πλέον ότι κάποιοι παίζουν σαδιστικά με την υπομονή και με την ανεργία σου» μου εξηγούσε πριν από λίγο καιρό φίλος ηθοποιός που πηγαίνει πολύ συχνά σε τέτοιου είδους δοκιμασίες.

Ειδικά από μεγάλα θέατρα και καταξιωμένους σκηνοθέτες, κάποιος θα περίμενε μεγαλύτερο επαγγελματισμό. Δυστυχώς όμως, πολλές φορές, εκεί ακριβώς είναι που κατοικοεδρεύει το χειρότερο πρόσωπο του σαδισμού. Σε μια Ελλάδα που παρά την κρίση εξακολουθεί να παράγει ταλέντα και σε μια Αθήνα που όπως τα μπαρ, έτσι και τα θέατρα ξεπηδούν το ένα μετά το άλλο, ίσως εκείνοι που βρίσκονται στην πλευρά του κριτή να πρέπει να αντιμετωπίζουν τους κρινόμενους με την ίδια σοβαρότητα που απαιτούν και στο ανέβασμα της δουλειάς τους.
 
(από:http://www.tovima.gr)

19 Ιανουαρίου 2014

Βιτσέντζος Κορνάρος:ο Σαίξπηρ της Κρήτης....




Αν κάτι πρωτοζήλεψα στα χωριά της Κρήτης είναι οι παλιές, μεστές και πανέμορφες μαντινάδες που ακούς. Γερόντισσες μαυροντυμένες πιάνουν και σου αραδιάζουν στις εξώπορτες αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο για καλωσόρισμα. Στα γλέντια οι ξακουστοί μαντιναδολόγοι κάθονται αντικρυστά και συνερίζονται ποιός θα καταφέρει να θυμηθεί μεγαλύτερο κομμάτι από το έργο του Βιτσέντζου Κορνάρου. "Να μην απορείς, μου πε κάποτε ένας τέτοιος γέροντας. Για μας είναι ο κρητικός Σαίξπηρ".
424 χρόνια !!! Πώς να μην απορώ; Η Κρήτη από το 1590 -που τοποθετείται κατά προσέγγιση η συγγραφή του Ερωτόκριτου- διαδίδει από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά τα στιχάκια του. Σκέφτομαι αν έχουμε κάτι ανάλογα πολύτιμο και καλοφυλαγμένο στις παραδόσεις που κληρονομήσαμε και .. δεν το βρίσκω. Ο παπούς μου έλεγε όλο τον Ερωτόκριτο από στήθους. Το μόνο που επέμεινε να μάθει στα 11 παιδιά του ήταν αυτό. Κάποτε ο δάσκαλος πήγε σπίτι να του πει ότι η μικρή του κόρη, το στερνοπούλι του, είναι καλή στα γράμματα. Ο παπούς μου γέλασε περιφρονητικά και του 'πε: Ίντα λες δάσκαλε; Έντεκα κοπέλια έχω και τα δέκα μάθανε αμέσως τον Ερωτόκριτο. Μόνο αυτή δεν τον κατέχει ολόκληρο. Π' ανάθεμα τις βουλές που 'χετε οι γραμματιζούμενοι. 

 (Ερωτόκριτος και Αρετούσα του Θεόφιλου) 


Ακούγοντας αυτές τις χαριτωμένες παλιές ιστορίες σκέφτομαι συχνά τις διαδρομές που έκανε η έννοια της μόρφωσης τα τελευταία χρόνια μας. Κάποτε όποιος κατάφερνε την πρόσθεση χωρίς να μετράει στα δάκτυλα ήταν φωστήρας. Αργότερα έπρεπε να ξέρει τριγωνομετρία, Άλγεβρα και Μαθηματικά. Σήμερα η κβαντική μηχανική δεν φτάνει ίσως. Κι όμως ο Ερωτόκριτος αποστηθίζεται ακόμη από τα κρητικόπουλα. Όχι ως μάθημα "κορμού" ή ως must της εκπαίδευσης ... αλλά ως ανάγκη να μπολιαστούν την ομορφιά του τόπου τους.
Και καθώς συχνά νομίζουμε ότι ο μικρόκοσμός μας είναι δείγμα γραφής του σύμπαντος, ξαφνιάστηκα ακούγοντας ότι φίλοι καλοί και αγαπημένοι δεν έτυχε να διαβάσουν τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα. Κι αντί να αρχίσω με πάθος να τους προτρέπω να πάρουν την έντυπη έκδοση (έπεα πτερόεντα κάποτε οι προτροπές) σκέφτηκα να φτιάξω ένα αφιέρωμα και να εξαφανίσω κάθε δικαιολογία για τους "αδιάβαστους".
Αντί προλόγου να πω μόνο τους γνωστούς στίχους για τον ποιητή του έργου:
Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,
εκεί ’καμε κι εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.
Στο Κάστρον επαντρεύτηκε σαν αρμηνεύγ’ η φύση,
το τέλος του ’χει να γενεί όπου ο Θεός ορίσει. 
Δεν ξέρουμε ωστόσο με σαφήνεια ποιός Κορνάρος (φαίνονται αρκετοί στα παλιά έγγραφα, όλοι τους γόνοι εξελληνισμένων Βενετών αρχόντων) από τους πολλούς Βιτσέντζους της εποχής έγραψε τον Ερωτόκριτο. Οι ιστορικοί τοποθετούν χρονολογικά τη σύνθεση κατά το 1590. Το έργο έχει εμφανείς επιρροές από το γαλλικό μυθιστόρημα Paris et Vienne του 1432 και τον Μαινόμενο Ορλάνδο του Ariosto. Οι στίχοι του διαδίδονται από στόμα σε στόμα και ήδη το 1645 (αρχές της επίθεσης των Τούρκων στην Κρήτη) το νησί το απαγγέλει από άκρη σ' άκρη. 
Πέρασε μισός αιώνας μέχρι το έργο να αποκτήσει έντυπη μορφή. Οι πηγές λένε ότι τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1713, φυσικά στη Βενετία, όπως και τα άλλα κρητικά έργα της εποχής, και ανατυπώθηκε (πράγμα σπάνιο) το 1737 λόγω της μεγάλης ζήτησης που είχε. Από την πρώτη εκείνη έκδοση σώζεται ένα και μοναδικό αντίτυπο, που φυλάσσεται στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη, στην Αθήνα.
Το 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού κυκλοφόρησε με τη μορφή λαϊκής φυλλάδας σε πάρα πολλές εκδόσεις, δυστυχώς πρόχειρες και με πολλά λάθη, και διαβάστηκε τόσο πολύ, που ο μεγάλος λαογράφος Νικόλαος Πολίτης (1852-1921) το 1909 έγραφε:
Μέχρις εσχάτων δε και αλλαχού μεν της Ελλάδος, αλλά προπάντως εν Κρήτη, πολλοί εκ της συχνής αναγνώσεων εγίνωσκον από μνήμης μακρά αποσπάσματα, ώστε ως παρατηρεί ο Κρης Ι. Μ. Δαμβέργης, και αν ήθελον τυχόν απολεσθή πάντα τ’ αντίτυπα αυτού, το έπος ηδύνατο ν’ απαρτισθή πάλιν ολόκληρον εκ του στόματος Κρησσών και Κρητών, «οίτινες και νυν έτι αποστηθίζοντες, μεταδίδουν αυτό διά στόματος απ’ αρχής μέχρι τέλους εις τα τέκνα και τους φίλους των». Γενιές ολόκληρες δεν έβρισκαν καλύτερη κληρονομιά να αφήσουν στα παιδιά τους από ένα αντίγραφο του Ερωτόκριτου. Ακόμη κι οι Τουρκοκρητικοί μυήθηκαν στη γλώσσα μαθαίνοντας τα πάθη της Αρετούσας.  
Υπάρχουν μαρτυρίες σε χωριά της Σητείας στις αρχές του 20ου αιώνα για το πόσο πολύτιμο θεωρείτο το πόνημα του Κορνάρου που άλλοτε αναφέρεται σε διαθήκες κι άλλοτε "μοιράζεται" με τρόπο παράδοξο. Πολλά αντίγραφα βρέθηκαν στην Κρήτη σκισμένα ή κομμένα. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία που λέγεται στην Αχλαδιά της Σητείας: τρία αδέρφια μοίραζαν την περιουσία τους κι ανάμεσα σε όσα κληρονόμησαν από τα γονικά τους ήταν και το βιβλίο του Ερωτόκριτου. Κανείς δεν ήθελε να το αποχωριστεί. Σκέφτηκαν να το μοιράσουν σε αποσπάσματα στην αρχή. Αλλά κι εκεί διαφώνησαν. Στο τέλος -για να γίνει δίκαιη μοιρασιά- βάλανε το βιβλίο κάτω και το έκοψαν κατά πλάτος σε τρία ισόποσα μέρη. Όμοια κομμένα βιβλία βρέθηκαν σε μιτάτα του Ψηλορείτη και στα Σφακιά.
Η μελωδία που συνοδεύει σήμερα τα τραγούδια του -λένε- πως κατάγεται από την εποχή που γράφτηκε το έργο. Ένας σιγανός παραπονιάρικος σκοπός που αφήνει χώρο στην αφήγηση. 
Ο ίδιος σκοπός που ενέπνευσε κι ένα σωρό μεταγενέστερα κρητικά τραγούδια, που συχνά ξαναμπλέκουν τον Ερωτόκριτο στις ρύμες τους:

Είπα σου μη μπερδεύγεσαι στση ζώνης μου τα κρούσσα,
γιατί θα σύρεις βάσανα ωσάν την Αρετούσα!

(Ν. Ξυλούρης, δίσκος «Τα που θυμούμαι τραγουδώ», Columbia 1975)
Γιατί μπαίνω στον κόπο; Δεν βρίσκω καλύτερη απάντηση από όσα έγραψε ο Κωστής Παλαμάς για τον Βιτσέντζο Κορνάρο: Ντροπή στο Έθνος που ακόμα δεν κατάλαβε, ύστερ’ από πέντε αιώνων περπάτημα, πως ο ποιητής του Ερωτόκριτου, αυτός είναι ο «μέγας του Ελληνικού Έθνους και αθάνατος ποιητής»!
Μία από τις καλύτερες επεξεργασίες πάνω στην αρχική έκδοση του 1713 (έκδοση Βενετίας) έκανε ο αείμνηστος Γιώργος Σαββίδης. Και καθώς το έργο -ευτυχώς- δεν έχει συγγραφικά δικαιώματα να το περιορίζουν θα το βρείτε ολόκληρο εδώ.
Ο τόπος και ο χρόνος της ιστορίας παραμένουν αιωρούμενα σε μία ασάφεια. Αρχικά, η υπόθεση του ποιήματος φαίνεται να λαμβάνει χώρα στην Αρχαία Αθήνα, επί των ημερών του βασιλιά Ηράκλη (μυθικό πρόσωπο) αλλά στη συνέχεια ο ποιητής εισάγει πρόσωπα, γεγονότα και τόπους που αναφέρονται στο Μεσαίωνα και στην εποχή του. Η υπόθεση του έργου περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, κόρης του βασιλιά, ένας έρωτας ο οποίος χρησιμεύει ως άξονας στον ποιητή για να υμνήσει τη φιλία, την ανδρεία και την αγάπη προς τη πατρίδα.
Ο  Ερωτόκριτος ήταν γιός του Πεζόστρατου, συμβούλου του βασιλιά, ανήκοντας έτσι σε κατώτερη κοινωνική τάξη από την πριγκίπησα, κάτι που καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους. Ο ερωτοχτυπημένος νέος, μην έχοντας τη δυνατότητα να εκδηλώσει την αγάπη του προς την Αρετούσα, τραγουδά μεταμφιεσμένος κάτω από το παράθυρό της τα βράδια, ενώ η πριγκίπησα αναπτύσσει σιγά-σιγά αισθήματα προς τον άγνωστο τραγουδιστή. Οταν ο Ερωτόκριτος αναγκάζεται, μαζί με το φίλο του Πολύδωρο, να σκοτώσει δέκα από τους σωματοφύλακες του βασιλιά που είχαν σταλεί για να τον συλλάβουν, αυτοεξορίζεται στην πόλη του Εγρίπου, όπου προσπαθεί αποτυχημένα να ξεχάσει τον έρωτά του. 
Η Αρετή, όταν ο άγνωστος τραγουδιστής παύει να ακούγεται κάτω από το παράθυρό της τα βράδια, ανακαλύπτει πόσο της λείπει. Σε μια επίσκεψη της Αρετής στο σπίτι του Πεζόστρατου, του πατέρα του Ερωτόκριτου, η νέα ανακαλύπτει τα τραγούδια και την εικόνα της, μαθαίνοντας έτσι την ταυτότητα του θαυμαστή της και -τότε- πέφτει πια σε βαθιά θλίψη. Θέλοντας να διασκεδάσει την κόρη του, ο βασιλιάς Ηράκλης διοργανώνει αγώνες κονταρομαχίας, όπου καλούνται οι διαπρεπέστεροι ευγενείς της εποχής. Στους αγώνες λαμβάνει μέρος και ο Ερωτόκριτος, ο οποίος έρχεται νικητής και στεφανώνεται από τα χέρια της αγαπημένης του πριγκίπησας. Παίρνοντας θάρρος από τη νίκη του, ο νέος τολμά να ζητήσει σε γάμο την αγαπημένη του από τον πατέρα της, το βασιλιά. Μαντατοφόρο στέλνει τον δικό του πατέρα, τον Πεζόστρατο. Ο Ηράκλης όμως εξοργίζεται, αποπέμπει το σύμβουλό του, εξορίζει τον Ερωτόκριτο και διατάζει την κόρη του να παντρευτεί τον διάδοχο του θρόνου του Βυζαντίου. Η Αρετή αρνείται και ο Ηράκλης την κλείνει σε ένα σκοτεινό και υγρό μπουντρούμι, μαζί με την παραμάνα της, όπου για μία πενταετία, υφιστάμενες πολλές κακουχίες κι οι δυό τους. Την ίδια εποχή, ο βασιλιάς της Βλαχίας Βλαντίστρατος κηρύσσει τον πόλεμο στην Αθήνα και εισβάλλει με το στρατό του προκαλώντας τεράστιες καταστροφές. Ο Ερωτόκριτος πονά μαθαίνοντας στην εξορία τα νέα του τόπου του. Κάποτε αποφασίζει να δράσει.Αφού πίνει ένα μαγικό υγρό που αλλάζει την εξωτερική του εμφάνιση, έρχεται να βοηθήσει την πατρίδα του και προκαλεί τεράστιες απώλειες στον εχθρικό στρατό, ενώ σε μια από τις συγκρούσεις σώζει τη ζωή του, γέροντα πλέον, βασιλιά Ηρακλη και του φίλου του Πολύδωρου. 
Η τύχη του πολέμου κρίνεται σε μια επική μονομαχία του Ερωτόκριτου με τον ανηψιό του βασιλιά της Βλαχίας, τον Άριστο. Ο Ερωτόκριτος νικά, σκοτώνοντας τον αντίπαλό του αλλά τραυματίζεται ο ίδιος σοβαρά. Οι Βλάχοι αποσύρονται, οπότε ο Ερωτόκριτος μεταφέρεται στα βασιλικά ανάκτορα, στο δωμάτιο και το κρεββάτι της Αρετής, όπου και μένει αρκετό καιρό μέχρι να θεραπευτεί. Μετά, ο βασιλιάς Ηράκλης θέλοντας να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη του, προσφέρεται να τον υιοθετήσει και να του παραχωρήσει το μισό του βασίλειο. Ο ήρωας όμως αρνείται και ζητά να απελευθερωθεί η Αρετή και να του επιτραπεί να την παντρευτεί. Αρχικά η πριγκίπησα αρνείται να παντρευτεί τον άγνωστο, οπότε ο Ερωτόκριτος πηγαίνει ο ίδιος να την αναζητήσει και, διαπιστώνοντας την πίστη της στην αγάπη του τόσα χρόνια, αποκαλύπτει την πραγματική του μορφή. Το τέλος θα το αφήσω μετέωρο, μπας και πείσω όσους το αγνοούν να το ανακαλύψουν διαβάζοντας :)

Μ.Κορνάρου 
(από:http://www.ekriti.gr/)

14 Ιανουαρίου 2014

Νεκρά πτηνά...(Μιχαήλ Ξενοφόντοβιτς Σοκόλοβ -Михаил Ксенофонтович Соколов)

 

    

Μία ελαιογραφία σε καμβά του μεγάλου Ρώσου ζωγράφου Μιχαήλ Σοκόλοβ.Ο Σοκόλοβ γεννήθηκε το 1885 στο Γιαροσλαβ και πέθανε στη Μόσχα το 1947.Θεωρείται ένας από τους μεγάλους ζωγράφους,ιδιαίτερα της δεκαετίας του '30 και του '40.Ήταν άνθρωπος με πνευματικές ανησυχίες και ελεύθερο πνεύμα σε μια περίοδο που το κομμουνιστικό καθεστώς απαγόρευε την έκφραση χριστιανικών και πολιτικο-ιδεολογικών εκφράσεων και αυτό το πλήρωσε πολύ ακριβά αφού συνελλήφθη,δικάστηκε και καταδικάσθηκε με ποινή επτά ετών και οδηγήθηκε σε γκουλάγκ της Σιβηρίας όπου παρέμεινε μέχρι την αποφυλάκιση του το 1943 για λόγους υγείας. Κατα τη διάρκεια του εγκλεισμού του στο στρατόπεδο δημιούργησε παρα πολλά μικρά έργα πάνω σε οτιδήποτε έβρισκε μπροστά του,όπως πχ κουτιά απο τσιγάρα και σπιρτόκουτα.Μετα την αποφυλάκιση του και μέχρι το θάνατο του από καρκίνο το 1947,συνέχισε να ζωγραφίζει με σημαντικότερα έργα του να είναι μια σειρά από θέματα νεκρών πτηνών που συμβολίζουν την αντίδραση του στην απαγόρευση ελευθερίας έκφρασης.Είναι έργα πολιτικά και θα λέγαμε σήμερα με ιστορική σημασία που κραυγάζουν για το θάνατο της ελευθερίας απο τα τυρανικά καθεστώτα.
Ένα τέτοιο έργο και το παραπάνω που βλέπετε με ένα παραδείσιο πτηνό που κείτεται άψυχο πάνω στο γαλάζιο μανδύα που συμβολίζει την πνευματικότητα και ίσως τον ουρανό,αρχέτυπικές εικόνες έτσι κι αλλιώς.Τα χρώματα του πουλιού κυριαρχούν κι αυτά στο βλέμμα του θεατή με το κοκκινο να μας θυμίζει το αίμα των Ανθρώπων,το κίτρινο τη σκλαβιά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το μαύρο το πένθος...δίπλα σε όλο αυτό το σκηνικό στέκεται ένα πήλινο πιθάρι σαν να παρατηρεί τα γεγονότα με μια απάθεια....όπου το άδειο περιεχόμενο του συμβολίζει την πνευματική κενότητα των ανθρώπων της εξουσίας και το υλικο,ο πηλός,συμβολίζει την εύθραστη Ανθρώπινη φύση τους και την ματαιοδοξία.
.

Παρακάτω ακολουθεί ένα κείμενο απο τον ιστότοπο www.artpanorama.su που αναφέρετε γενικότερα στη ζωή και το έργο του σημαντικού ζωγράφου:

Соколов Михаил Ксенофонтович (1885 - 1947)
В живописи Михаила Ксенофонтовича Соколова - и во всем его творчестве - очень интересно наблюдать, как сквозь виртуозную интерпретацию художественных форм прошлого «прорастает», отрекаясь от маэстрии, трагическая, обретшая необычайную живописную мудрость «прямая речь».

Это был один из самых плодотворных и честных путей в искусстве 1920-х-1930-х годов: через «поиск утраченного времени», поиск себя в ушедших эпохах к глубокому и выстраданному высказыванию о своем веке.

Проблему интерпретации великих стилей прошлого в ситуации завоеванной авангардом свободы от академизма решал не один М.К.Соколов, но также, например, художники группы «Маковец» или армянские живописцы из Тифлиса (А.Бажбеук-Меликян, А.Гарибджанян).
Совсем не похоже, они по-разному подходили к задаче. Объединяет их то, что своим искусством они явили альтернативу как академизированному, так и фамильярному обращению к классике – тот и другой подход тоже заявили о себе в поставангардном искусстве...(продолжение статьи ниже)


...Начиная с 1920-х годов многие, говоря о Соколове, отмечали, что в своих разнообразных увлечениях, в своей «заряженности» другими художниками он «внутренне целен и верен себе, постоянен в своем бродяжничестве, в других ищет себя».
Эти слова из доклада Д.С.Недовича были сказаны в 1929 году, когда в ГАХНе состоялось обсуждение творчества М.К.Соколова, в котором приняли участие и другие крупные искусствоведы – Н. М. Тарабукин и А.В.Бакушинский.

Французская живописная традиция всегда оставалась основой соколовского мастерства. Но от артистизма своих ранних работ, так восхищавшего современников и еще более – сегодняшних зрителей, художник впоследствии пришел к иному пониманию искусства: «… от всякого блеска и виртуозности меня подташнивает. Надо дыхание и больше ничего».

Неофициальная живопись 1930-х – 1940-х годов понимала пространство как среду, заряженную лирической энергией. Оно вбирает в себя и преображает все живописные средства: цвет, свет, форму. Импрессионизм, растворивший предмет в сияющей живописной массе; кубизм, свободный от прямой перспективы, секущий на геометрические фрагменты и предметы, и фон; кубофутуризм, ввергающий в движение эту субстанцию из граней и углов - подготовили восприятие пространства как единой динамической стихии.

В относительно ранних живописных произведениях Соколова свойства пространства как насыщенной вязкой среды подчеркнуты, осознаны как художественный прием. В «Воинах» (конец 1920-х годов, ГТГ) доминанта черного, в котором светятся, мерцают серые, розовые, красные и желтые мазки, создает ощущение давно ушедших времен, а слой золотистого лака служит знаком «музейного колорита». Под покровом лака, внутри густого месива мерцающих мазков - «старинная битва живет». Всадники, тонущие в вязкой среде картины, словно погружены в свое баснословное рыцарское время. Это создает вненаходимость - важнейшее свойство интерпретации, необходимое для подлинного ощущения отдаленной эпохи, исключающее фамильярный «эффект присутствия».

Соколов обладал неким «абсолютным слухом» цветовой гармонии. Изысканность колорита его натюрмортов, пейзажей, женских портретов сопоставима только со свободой и непринужденной грацией линий его графики. В некоторых работах, где избранный мотив дает к тому повод, эта изысканность оборачивается своего рода «дендизмом» - например в серии натюрмортов с цилиндрами, в портретах дам в вуалях, с веерами.
И в то же время М. Соколов умел отрекаясь от внешней маэстрии, создавать непревзойденную гармонию «грязного» цвета едва ли не самую совершенную в живописи конца 1920-х - 1930-х годов, создававшейся на той стадии развития колорита, когда, говоря словами Федорова-Давыдова, «он уже перестает бояться “грязи“ и серо-черных цветов.
В результате живопись обнаруживает свою «сырьевую» природу, свою связь с красочными смесями на палитре. Собственно говоря, прямое происхождение из красок палитры обыгрывалось уже в искусстве предшествующего периода, например «Бубновым валетом», но тогда цвет тяготел к локальным тюбиковым краскам, что отвечало игровому уподоблению цветовых пятен картины окрашенным поверхностям самого предмета (вплоть до их прямого «отождествления» в коллаже).
Теперь же, когда пространство растворило в себе предметы, вобрало их свойства и цвета, смешало без какой-либо иерархии, - цвет «уподобился» красочному веществу, которое образуется на палитре после того, как кисть смешала на ней разные пигменты. Но в картине «фуза» непременно должна быть преображена, переплавлена в живопись, и такое преображение под силу только художникам высочайшей культуры. Соколов, несомненно, к ним принадлежал.

Средствами «грязной» живописи в пейзажах 19З0-× годов он создал полный трагического напряжения образ города. «Широкую разлапицу бульваров» писали тогда многие художники. Этот мотив, очень московский, мог в то же время быть живым образом Парижа: Люксембургского сада, Булонского леса, Больших бульваров - одним словом, Парижа импрессионистов, чья традиция в этот период становится нужной и востребованной. Так написаны, например, бульвары и зоопарки А.Ф.Софроновой с их чудесными фазанами и гусями, где прозрачная светоносная живопись создает образ парящего райского сада. Промозглые, сотканные из дождя бульвары М. Соколова с «запутавшимся» в черных безлиственных ветвях пространством, которое лишь брезжит вдали теплым жемчужным свечением, исполненным обещанием простора, дают иное звучание этого живописного мотива: мертвый воздух сырого, холодного города, где люди - лишь смутные, дрожащие отблески на мокрой мостовой.
Понимание пространства как сплошной движущейся стихии, растворившей в себе отдельные предметы, определило также характер соколовских натюрмортов. Он не случайно любил писать рыб, а позднее птиц: это существа, всецело принадлежащие одной среде - воде или воздуху; они не знают границы между «водой, которая под твердью» и «водой, которая над твердью». В единой серебристой среде соколовских натюрмортов с кетой часто тают, делаются бесплотными все предметы и формы: хлеб, прозрачные графины. Все, кроме самой рыбы, которая словно становится персонификацией стихии, пространственного вещества картины.
Вершиной искусства М.К.Соколова представляются его поздние работы – цикл сибирских лагерный миниатюр конца 1930-х – начала 1940-х годов, созданных ограниченными до предела изобразительными средствами (они выполнены на жалких клочках бумаги, иногда с помощью пигмента или побелки, соскобленных со стены). В этих миниатюрах, как в фокусе, соединились живопись и графика, слились традиция и судьба. Скудость средств обнажала суть – пространство как основную форму представления мира. Прямоугольники размером со спичечную коробку обладают величием и самоценностью классической картины. (Недаром Г .В.Жидков говорил о них: «В конверте оказалась целая картинная галерея») так эти работы воспринимаются и вблизи, и особенно на расстоянии (покуда видит глаз), ибо заключают в себе большое художественное пространство - не фрагмент реальности, но образ мира. Говоря словами Мандельштама «Это язык пространства, сжатого до точки». Часто в миниатюрах М. Соколова вообще нет предметного наполнения, скажем каких-нибудь деревьев или кустов, - один простор, «равнины дышащее чудо», и только смутной галочкой, «крестиком на ткани» мерещится олень или охотник. Ни вех линейной перспективы, ни градаций цветовой перспективы, лишь одним тоном серого мела созданные земля и небо да желтоватым проблеском цвета бумаги – бесконечная даль. Иногда эти миниатюры кажутся «художественными воспоминаниями» о полотнах Ватто или Коро, Яна ван Гойена или импрессионистов: сама среда их, воздух, не материализуясь в цитатные реалии, а лишь намекая на них, становятся метафорой чужих картин, их смутным образом, подернутым дымкой.
Последним живописным циклом М. Соколова, написанным в 1943-1947 годах уже после сибирских миниатюр, оказалась большая серия натюрмортов с мертвыми птицами. В этом образе легко читается символ убитой свободы. Птица стала «лирическим героем» как метономия воздуха, как сгусток пространства, которое – первооснова соколовского творчества. Ее мертвые крылья еще «насыщены» полетом и «помнят» небо, как «помнят» океан разрезанные соколовские рыбы. Но он мертва и замкнута в маленький прямоугольник картины. Соколов разыгрывает разные цветовые вариации темы – от нежнейших радуг оперенья, тревожно светящихся на темном или красном фоне, через тусклые, «грязные» гаммы – до непроницаемо черной птичьей тушки. Цикл «мертвых птиц» говорит о времени то, что редко находило выражение в тогдашней живописи; смысл работ совсем иной, чем у, казалось бы, близких по предмету барственных натюрмортов П. Кончаловского с битой птицей и дичью.
Мир зрелой и поздней живописи М. Соколова можно определить как самоуглубляющееся, сгущенное пространство внутренней свободы – в противоположность экспансивному властно вторгающемуся во внешний мир пространству авангарда, в контексте которого проходило творческое становление художника.






12 Ιανουαρίου 2014

Το ταξίδι του μυαλού...




Πέντε ημέρες από τη στιγμή που ολοκληρώνει κάποιος ένα μυθιστόρημα, στο μυαλό του γίνεται μια έκρηξη.

Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγήθηκαν επιστήμονες έπειτα από ενδελεχή έρευνα, που πραγματοποιήθηκε στο αμερικανικό πανεπιστήμιο της Εμορί και το συμπέρασμά της είναι ότι διαβάζοντας ένα βιβλίο προκαλούνται αυξημένη συνδεσιμότητα στον εγκέφαλο και νευρολογικές αλλαγές που επιτείνουν τη δύναμη της μνήμης. Οι αλλαγές αυτές καταγράφηκαν στον αριστερό κροταφικό φλοιό, στην περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη δεκτικότητα για τη γλώσσα, καθώς και την αισθητηριακή περιοχή του εγκεφάλου.

Οι νευρώνες της περιοχής αυτής έχουν συσχετιστεί με την εξαπάτηση του νου να νομίζει ότι κάνει κάτι που δεν είναι. Για παράδειγμα, σκέφτεται ότι τρέχει (χωρίς στην πραγματικότητα να το κάνει) και έτσι μπορεί να ενεργοποιήσει τους νευρώνες που σχετίζονται με τη φυσική πράξη της λειτουργίας.

«Οι νευρωνικές αλλαγές που βρήκαμε συνδέονται με μια φυσική αίσθηση και το σύστημα κίνησης. Έδειξαν πως με την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος, ο αναγνώστης μεταφέρεται στο σώμα του πρωταγωνιστή» σημειώνει ο νευροεπιστήμονας καθηγητής GregoryBerns , επικεφαλής της μελέτης.

Για τις ανάγκες της μελέτης, 21μαθητές κλήθηκαν να διαβάσουν το ίδιο βιβλίο (το θρίλερ «Πομπηία») και αφού το ολοκλήρωσαν, οι επιστήμονες «σάρωσαν» τους εγκεφάλους τους. Τα αποτελέσματα ήταν κάτι παραπάνω από ενδεικτικά: όντως εκείνες τις πέντε ημέρες μετά την ανάγνωση του βιβλίου, στους εγκεφάλους των μαθητών προκλήθηκε μια μικρή έκρηξη που όμως αποδείχθηκε πως δεν ήταν χρονικά περιορισμένη (εντός των πενθημέρου), αλλά κρατούσε πολύ περισσότερο. 

(πηγή:zougla.gr)