19 Σεπτεμβρίου 2008

Τό περιβάλλον καί τό πρόσωπο (Προσχέδιο γιά τό πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου στόν Ντοστογιέφσκυ)



Αθανάσιος Γιέφτιτς (πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης)


Από το περιοδικό Ἐποπτεία, «Ἀφιέρωμα στὸ Ντοστογιέφσκυ», Ἀθήνα, Νοέμβριος 1981,τ.62, σελ. 875-886.


Ἀπό τόν Φεβρουάριο, ἐφέτος, γίνονται σέ ὅλο τόν κόσμο διαλέξεις, ὁμιλίες καί γράφονται ἄρθρα καί βιβλία πρός τιμήν τοῦ Ντοστογιέφσκυ μέ τήν εὐκαιρία συμπληρώσεως ἑκατό χρόνων ἀπό τήν κοίμησή του. Τά ὅσα λέγονται τώρα πρός τιμήν τοῦ Ντοστογιέφσκυ εἶναι λίγα μπροστά σ’ἐκεῖνα πού ἔχουν γραφτεῖ μέχρι σήμερα. Κι εἶναι γνωστά τά πολλά ὀνόματα μεγάλων ἀνδρῶν τῆς ἀνθρωπότητας, πού ἔχουν ἀσχοληθεῖ με τόν Ντοστογιέφσκυ -φιλόσοφοι, λογοτέχνες, συγγραφεῖς, θεολόγοι και ἄλλοι ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος. Ἀρκεῖ νά ἀναφέρουμε ὅτι στή Ρωσία, ἤδη οἱ σύγχρονοι τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἀσχολήθηκαν μέ τό ἔργο του, ἀρχίζοντας ἀπό τόν Τολστόι -τόν ἄλλο μεγάλο συγγραφέα τῆς Ρωσίας-καί στήν συνέχεια οἱ Μερεσκόφσκυ, Μπερντιάεφ, Μοτσούλσκυ, Σεστώφ. Καί στή σοβιετική Ρωσία πολλοί συγγραφεῖς, ὅπως εἶναι π. χ. ὁ Βασίλειος Γκρόσμαν, γράφουν σπουδαῖες μελέτες, καί γίνονται ἐκδόσεις ἔργων του. Μετά τήν ἐπανάσταση λιγόστεψαν οἱ ἐκδόσεις ἔργων τοῦ Ντοστογιέφσκυ, τελευταῖα ὅμως ἄρχισαν καί πάλι νά ἀσχολοῦνται μέ αὐτόν καί νά γράφουν, καί μπορῶ νά πῶ ἀρκετά σοβαρά. (Σπουδαία εἶναι ἡ νέα ἔκδοσις ὅλων τῶν ἔργων τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἀπό τήν Ἀκαδημία τῆς Μόσχας -21 τόμοι μέχρι τώρα και συνεχίζεται). Μπορῶ ἐπίσης νά πῶ, ὅτι δέν ὑπάρχει δυτικός συγγραφέας πού νά μήν ἔχει ἀσχοληθεῖ μέ αὐτόν. Οἱ Ἀντρέ Ζίντ, Κάφκα, Καμύ, Στέφαν Τσβάϊχ, τελευταῖα ὁ Ἕρμαν Ἔσσε, καί πολλοί ἄλλοι. Ὁμολογῶ ὅτι δέν διάβασα οὔτε τους μισούς ἀπ’ αὐτούς, ἀλλά ὅσους διάβασα εἶναι, νομίζω, ἀπό τούς βασικούς. Ἄν στό κείμενο αὐτό ἀσχοληθῶ ἐδῶ καί κεῖ μέ κάποιον, θά τό κάνω ὄχι μέ τήν πρόθεση ν’ ἀμφισβητήσω ἤ νά μειώσω τή γνώμη του• ἁπλῶς θά τούς ἀναφέρω μήπως μᾶς βοηθήσουν στήν κατανόηση τοῦ πολύπλοκου, πολύπλευρου καί πολυδιάστατου ἔργου τοῦ Ντοστογιέφσκυ. Καί τό πρῶτο στό ὁποῖο θἄθελα νά ἐπιστήσω τήν προσοχή σας, εἶναι ὅτι ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶναι πολύπλοκος καί πολύπλευρος καί πολυδιάστατος, καί δέν πρέπει ν’ ἁπλοποιεῖται ἡ κοσμοθεωρία του καί ἡ ἀνθρωπολογία του, τό ἔργο του γενικά. Ὅπως ξέρετε, ὑπάρχουν μονόπλευρες προσεγγίσεις τοῦ Ντοστογιέφσκυ ἀπό την μία ἄκρη μέχρι την ἄλλη. Μερικοί τόν θεωροῦν ἀρνητικό καί σχεδόν σκοτεινό, ἕναν συγγραφέα πού ἀποκαλύπτει τήν πραγματικότητα τῆς ἀνθρώπινης κολάσεως. Ἄλλοι τόν θεωροῦν πολύ θετικό καί προσπαθοῦν νά ἀποδείξουν ὅτι ἡ γνώμη του, ἡ σκέψη του, τό ἔργο του, εἶναι μία περιγραφή μιᾶς καταστάσεως ἀνθρώπινου παραδείσου. Μέ τήν εὐκαιρία, θα παρακαλοῦσα, ὅσα γράφω ἐδῶ περί Ἀνατολῆς και Δύσεως, γιά θέματα πού σήμερα ἔχουν ὁπωσδήποτε μιά πολιτική χροιά, ὅπως εἶναι π. χ. ὁ περσοναλισμός, ὁ σοσιαλισμός κ.λ.π.νά τά διαβάζουμε μένοντας πιστοί στόν Ντοστογιέφσκυ, νά τά προσεγγίζουμε ὅπως ἐκεῖνος τά προσέγγισε καί ὄχι ἁπλῶς μέ μιά μονόπλευρη, σύγχρονη σκοπιά, ὄχι μέ μιά προσέγγιση πολιτική και ἰδεολογική, εἴτε ἀνατολική εἴτε δυτική.

Θά ἤθελα ν’ἀρχίσω ἀπό ἕνα ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκυ πού, ἀπ’ ὅτι ἄκουσα καί ἔμαθα, εἶναι ἐλάχιστα γνωστό στά ἑλληνικά.

Πρόκειται γιά τό «Ἡμερολόγιο ἑνός συγγραφέα». Ὁ Ντοστογιέφσκυ ἦταν συντάκτης ὁρισμένων περιοδικῶν ὅπως εἶναι τά Vremiá (Χρόνος), Grazdanin (Πολίτης) καί ἄλλα. Καί συμπλήρωνε τά περιοδικά αὐτά μέ ὑλικό πού ὁ ἴδιος θεωροῦσε. Ἐργαζόταν ὡς λογοτέχνης, ὡς συντάκτης, ὡς σχολιαστής τῆς ἐπικαιρότητας μέ ἄρθρα καί σχόλια, ἀλλά καί μέ ὁρισμένα διηγήματα, ὅπως εἶναι τά θαυμάσια διηγήματα «Τό ὄνειρο ἑνός γελοίου», «Μιά γλυκιά γυναίκα» (ἡ πραεῖα Krotkaya) κ. ἄ. Τό «Ἡμερολόγιο» αὐτό περιέχει σχεδόν ὅλη τήν τελευταία περίοδο τοῦ Ντοστογιέφσκυ, ἀπό τό 1873 μέχρι τό 1878 πού ἤτανε συντάκτης τοῦ περιοδικοῦ Grazdanin (Πολίτης), ἀλλά συμπεριλαμβάνει ἐπίσης, καί ἄλλα προηγούμενα ἔργα του κυρίως ἀπό τό 1860. Τό 1860 εἶναι ἡ ἐποχή πού γύρισε ὁ Ντοστογιέφσκυ ἀπό τήν Σιβηρία καί τό Ἡμερολόγιο ἀποδίδει κατά κάποιον τρόπο τήν Β΄περίοδο τῆς ζωῆς του. Ἤδη αὐτό μπορεῖ νά σημαίνει ὅτι ὁ Ντοστογιέφσκυ ἔχει δύο περιόδους καί ἄρα δύο κοσμοθεωρίες. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ διάκριση αὐτή εἶναι τεχνητή- ὅπως θά φανεῖ στήν συνέχεια. Στό Ἡμερολόγιό του ὁ Ντοστογιέφσκυ καίτοι γράφει μετά τά τέσσερα χρόνια τῆς Σιβηρίας, ἀναφέρεται στά πρῶτα χρόνια τῆς λογοτεχνικῆς του σταδιοδρομίας. Το Ἡμερολόγιο αὐτό εἶναι πάμπλουτο. Περιέχει πάρα πολλά θέματα πού ἀποτελοῦν κατά κάποιο τρόπο σχολιασμό τοῦ ἴδιου τοῦ Ντοστογιέφσκυ πάνω στά καλλιτεχνικά του ἔργα, στά μεγάλα του μυθιστορήματα. Ἐγώ θά σταθῶ κατ’ ἀνάγκην σέ ἕνα τμῆμα τοῦ Ἡμερολογίου, πού μᾶς δίνει τό κλειδί γιά νά προχωρήσουμε στό θέμα «Ὁ ἄνθρωπος στον Ντοστογιέφσκυ». Πρόκειται για ἕνα ἄρθρο πού λέγεται “Sreda” καί σημαίνει το περιβάλλον, τό ἀνθρώπινο περιβάλλον, ἐκεῖ πού ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, τό milieu.

Ἐπειδή ἄκουσα ὅτι δέν εἶναι μεταφρασμένο στα ἑλληνικά (ΣτΕ: ὑπάρχει μεταφρασμένο στα ἑλληνικά ἀπό τήν Μ. Ζωγράφου σέ ἐκδόσεις Δαρεμᾶ) κάνω κατ' ἀρχήν μιάν περίληψη τοῦ περιεχομένου τοῦ ἄρθρου "Sreda", το περιβάλλον.

Θυμᾶμαι, λέει ὁ Ντοστογιέφσκυ, στήν ἀρχή τῆς συγγραφικῆς μου σταδιοδρομίας, γνώρισα τούς πρώτους ἀνθρώπους στή Ρωσία πού ἀσχολήθηκαν μέ τό θέμα ἄνθρωπος. Ἦταν οἱ Μπιελίνσκυ, Χέρτσεν, Πισάρεφ, Ντομπρολιούμπωφ, Τσερνιτσέφσκυ. Κι ὅπως εἶναι γνωστό, αὐτοί ἦσαν οἱ πρῶτοι ρῶσοι σοσιαλιστές. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἀλλά καί ὁ Ντοστογιέφσκυ, ἐνδιαφέρθηκαν γιά τούς γάλλους σοσιαλιστές, τήν Γεωργία Σάνδη, τόν Φουριέ, τόν Προυντόν καί ἀπό τούς γερμανούς κυρίως γιά τούς Φόϋερμπαχ καί Στράους πού ἦσαν οἱ μεγαλύτεροι Ἑγελιανοί τῆς ἀριστερᾶς καί φίλοι τοῦ Μάρξ. Ὁ Φόϋερμπαχ, μάλιστα, μποροῦμε νά ποῦμε, ἦταν πνευματικός δάσκαλος καί ὁδηγός τοῦ Μάρξ στήν περί ἀνθρώπου καί θρησκείας ἀντίληψή του. Τούς διάβαζε αὐτούς, λοιπόν, ὁ Ντοστογιέφσκυ καί μετά γνώρισε καί τούς ρώσους σοσιαλιστές Μπιελίνσκυ, Χέρτσεν καί στή συνέχεια τόν Τσερνιτσέφσκυ. Ὁ Ντοστογιέφσκυ εἶχε ἐνθουσιασθεῖ κυρίως μέ τόν Μπιελίνσκυ.

Ὁ Μπιελίνσκυ εἶναι, ὡς γνωστόν, ὁ πρῶτος κριτικός τῆς λογοτεχνίας πού μίλησε γιά τό πρῶτο ἔργο τοῦ Ντοστογιέφσκυ —γραμμένο ἐν εἴδει ἐπιστολῶν μεταξύ δύο προσώπων— μέ τίτλο «Οἱ Φτωχοί». Ὁ Μπιελίνσκυ ἐξεφράσθη μπροστά σέ πολλούς ἀνθρώπους μέ τά καλύτερα λόγια γιά τό ἔργο αυτό τοῦ Ντοστογιέφσκυ, εἶπε ὅτι ἀνατέλλει νέος ἥλιος στόν πνευματικό οὐρανό τῆς ρωσικῆς λογοτεχνίας. Ὁ Ντοστογιέφσκυ μποροῦμε νά ποῦμε πώς καμάρωσε κι ἐνθουσιάστηκε μέ τόν Μπιελίνσκυ. Ὄχι, βέβαια, μόνο ἐπειδή τόν ἐπαίνεσε. Κυρίως τόν ἐνθουσίαζε, ὅπως λέει ὁ ἴδιος, τό πρόσωπο τοῦ Μπιελίνσκυ. «Ἀπ' ὅλα τά πρόσωπα πού εἶχα γνωρίσει», γράφει ὁ Ντοστογιέφσκυ στό Ἡμερολόγιο του, «ὁ Μπιελίνσκυ μοῦ ἔκανε τήν πιό μεγάλη ἐντύπωση. Ἦταν ὁ ἄνθρωπος πού ζοῦσε γιά τήν ἰδέα του. Κι ἔμεινε μέχρι τέλους μιά φλόγα πού ἔκαιγε τό ὑλικό τῆς σωματικῆς καί πνευματικῆς του ὑποστάσεως». Στήν συνέχεια, ὁ Ντοστογιέφσκυ γνώρισε καί ἄλλους, ἀλλά γρήγορα ἀνακατεύθηκε μέ τή συνωμοσία του Πετρασέφσκυ. Τότε τούς συνέλαβαν, τούς καταδίκασαν εἰς θάνατον καί στή συνέχεια ἦρθε ἡ χάρις τοῦ Τσάρου καί τόν καταδίκασαν σέ τέσσερα χρόνια στή Σιβηρία.

Τότε πού ἔπρεπε νά πάει στή Σιβηρία, οἱ γυναῖκες τῶν καταδικασμένων, πού εἶχαν ἀποφασίσει ν' ἀκολουθήσουν τούς συζύγους τους στά κάτεργα (ὁ Ντοστογιέφσκυ τίς ἐπαινεῖ γιά τή μεγάλη θυσία πού κάνανε, τήν ἀνεξήγητη, ἀνυπολόγιστη θυσία, νά περάσουν τέσσερα χρόνια μαζί μέ τούς συζύγους τους στή Σιβηρία), κατόρθωσαν νά πάρουν μιά ἄδεια, ἀπό τούς συνοδούς πού θά τούς ὁδηγοῦσαν στή Σιβηρία, νά δοῦν ὁρισμένοι κατάδικοι τόν Μπιελίνσκυ, λίγη ὥρα πρίν ξεκινήσουν γιά τά κάτεργα. Ὁ Μπιελίνσκυ, λέει ὁ Ντοστογιέφσκυ ὅταν ἦρθε καί μᾶς εἶδε μᾶς εἶπε μέ λύπη καί συμπάθεια: «δέν φταῖτε ἐσεῖς, οἱ καϋμένοι, φταίει ἡ sredá (τό περιβάλλον), ἡ κοινωνία». (Μοῦ εἶναι ἀδύνατον νά διακρίνω καί νομίζω πώς εἶναι μιά ἀδυναμία, —ἄς μοῦ ἐπιτραπεῖ νά πῶ— τῆς νεοελληνικῆς τό ὅτι δέν διακρίνει τήν κοινωνία ὡς société δηλ. περιβάλλον τοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τήν κοινωνία ὡς communion, δηλ. ὡς τρόπο ἐπικοινωνίας, ὡς σχέση τοῦ ἀνθρώπου πρός τό διπλανό του, ὡς τρόπον τοῦ κοινωνεῖν μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτό θά μοῦ ἐπιτρέψετε κάθε φορά νά διευκρινίζω μέ ποιά ἔννοια χρησιμοποιῶ τή λέξη κοινωνία).

Λοιπόν, «δέν φταῖτε ἐσεῖς, φταίει ἡ κοινωνία αὐτή, δηλαδή τό περιβάλλον», ἔλεγε ὁ Μπιελίνσκυ, καί περίεργο, γράφει περαιτέρω ὁ Ντοστογιέφσκυ, ὁ ἁπλός ρωσικός λαός συνήθιζε χρόνια τώρα ἐπί τσαρικῆς Ρωσίας νά συνοδεύει τουλάχιστον μέχρι τό σταθμό τοῦ σιδηροδρόμου τούς καταδίκους σέ κάτεργα καί νά τούς λυπᾶται, νά τούς συμπονάει, νά τούς δίνει χρήματα, νά τούς δίνει εὐαγγέλια, νά τούς δίνει κάτι, καί νά τούς λέει: «καϋμένοι, δέν φταῖτε ἐσεῖς, οἱ δυστυχισμένοι». Ὅμως ἤδη τότε, γράφει ὁ Ντοστογιέφσκυ, κατάλαβα ὅτι ὑπῆρχε μιά διαφορά στόν τρόπο πού ἔλεγε τά ἴδια περίπου λόγια γιά μᾶς ὁ Μπιελίνσκυ, (ὅτι εἴμαστε δυστυχισμένοι, ὅτι δέν φταῖμε ἐμεῖς, ἀλλά ἡ κοινωνία μᾶς ἔχει κάνει νἄμαστε ἐγκληματίες, συνωμότες κλπ) ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο το ἔλεγε ὁ λαός. Κυρίως, τό ὑπόβαθρο τοῦ περιεχομένου τῶν ἴδιων αὐτῶν ἐκφράσεων τοῦ λαοῦ, ἤτανε διαφορετικό. Καί ἐδῶ ἀκριβῶς ἀρχίζει ὁ Ντοστογιέφσκυ νά ἀναπτύσσει τό ἄρθρο του αὐτό — «Sredá», τό κοινωνικό περιβάλλον.

Ὁ Μπιελίνσκυ, ὅπως καί ἄλλοι, ἀνῆκε σ' αὐτούς πού τούς ὀνόμαζαν τότε «δυτικούς» σέ ἀντιδιαστολή πρός τούς σλαυόφιλους. Οἱ «σλαυόφιλοι» εἶχαν μορφωθεῖ στή Δύση, ἀλλά μετά στράφηκαν περισσότερο πρός τή Ρωσία τῆς Ἀνατολῆς, ἐνῶ οἱ «δυτικοί» πού ἦταν ἐπίσης μορφωμένοι στή Δύση, ἦταν καί στραμμένοι πρός τή Δύση. Ἔτσι οἱ Χέρτσεν, Τσερνιτσέφσκυ, Μπιελίνσκυ κ.α, ἦταν ἄνθρωποι πού εἴτε πῆγαν στή Δύση, σπούδασαν καί γύρισαν στή Ρωσία, εἴτε δέν πῆγαν διόλου στήν Εὐρώπη, ἀλλά μάθανε τή Δύση καί γίνανε —ὅπως λέει ὁ Ντοστογιέφσκυ— ἐμιγκρέ χωρίς νά ἔχουν βγεῖ κἄν ἀπ' τή Ρωσία. Ἤτανε στραμμένοι, λοιπόν, ὅλως δι’ ὅλου πρός τή Δύση. Οἱ σλαυόφιλοι, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἦταν ἐπίσης μορφωμένοι δυτικά καί ἀγαποῦσαν τή δύση, ἀλλά ἦταν στραμμένοι περισσότερο πρός τήν Ἀνατολή. Μάλιστα, ὑπάρχει ἕνας θαυμάσιος χαρακτηρισμός τῶν δύο μερίδων αὐτῶν: γιά τούς μέν ἡ Εὐρώπη ἦταν ἡ χώρα τῶν θαυμάτων, ἐνῶ γιά τούς ἄλλους (τούς σλαυόφιλους) ἦταν καί πάλι ἡ χώρα τῶν θαυμάτων, ἀλλά ἦταν σάπια, νεκροταφεῖο. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί (Μπιελίνσκυ, Τσερνιτσέφσκυ, Πισάρεφ κ.α.) εἶχαν ἤδη ἀναπτύξει τίς ἰδέες τῶν Γεωργία Σάνδη, Φουριέ κλπ., καί κυρίως τοῦ Φόϋερμπαχ καί τοῦ Στράους. Ἦταν ἡ ἐποχή πού ἀναδύονταν ἡ Ἑγελιανή ἀριστερά και ὁ Μάρξ. Ὡστόσο στόν Ντοστογιέφσκυ, ἀπ’ ὅσο ξέρω, δέν γίνεται ἀπ' εὐθείας ἀναφορά στόν Μάρξ. Ἀναπτύσσεται ἐπίσης ἡ ἰδέα ὅτι τό περιβάλλον δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπο καί εὐθύνεται γιά τόν ἄνθρωπο. Ἑπομένως ὁ σκοπός τῆς καλλιέργειας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς τελειοποιήσεώς του εἶναι ἡ ἀλλαγή τοῦ περιβάλλοντος. Καί, γιά νἄμαστε ἐξηγημένοι, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἐκινοῦντο μέ πλήρη εἰλικρίνεια• μάλιστα δέ, οἱ γάλλοι σοσιαλιστές ἤτανε καί χριστιανοί, καί χριστιανικό ἦταν τό ἐνδιαφέρον τους γιά τόν ἄνθρωπο. Οἱ Μπιελίνσκυ, Τσερνισέβσκυ κ.α., πού εἶχαν ὑποστεῖ τήν ἐπίδραση τοῦ Φόϋερμπαχ, ἀπογύμνωσαν ἀπό τή θρησκεία, κι ἀκόμη ἀπό τόν ἴδιο τό «χριστιανισμό» αὐτή τήν ἰδέα τῆς ἀναμορφώσεως καί τελειοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου ὡς κοινωνίας. Ὁ Ντοστογιέφσκυ ἀναφέρει ὅτι, ἐνῶ ἦταν ὀπαδός τοῦ Μπιελίνσκυ καί ἐνθουσιαζόταν μέ τή σοσιαλιστική ἰδέα, (καί πάλι θυμίζω, ὅτι ἐδῶ ἐννοοῦμε τό σοσιαλισμό ὡς λύση τοῦ προβλήματος τοῦ ἀνθρώπου στή διάσταση τήν κοινωνική τοῦ ἀνθρώπου• θά ξαναμιλήσουμε γι' αὐτό ἀργότερα), ὡστόσο, λέει: «δέν μποροῦσα ν' ἀμφισβητήσω τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ν' ἀμφισβητοῦμε τίς ἀρχές τοῦ χριστιανισμοῦ, ναί! Ἀλλά τό Χριστό γιατί νά Τόν βγάζουμε ἔξω;». Καί ὅταν μέν ὁ Μπιελίνσκυ ἀσκοῦσε κριτική στό χριστιανισμό ὁ Ντοστογιέφσκυ δέν ἐκφράζονταν, ὅταν ὅμως ἀσκοῦσε κριτική στό Χριστό κοκκίνιζε καί σιωποῦσε. Ὁ Μπιελίνσκυ ἔλεγε τότε στούς ἄλλους: «Βλέπετε πῶς κοκκινίζει;» Πράγμα πού σημαίνει ὅτι ὁ Ντοστογιέφσκυ ἤτανε ἀπό τήν ἀρχή χριστιανός καί παρέμεινε χριστιανός καί ὡς σοσιαλιστής. Πέρασε βέβαια ἡ πίστη του ἀπό μεγάλες δοκιμασίες: «Μέσα ἀπό μεγάλη φωτιά ἀμφιβολιῶν πέρασε τό ὡσαννά μου, ἡ πίστη μου», λέει ὁ Ντοστογιέφσκυ, ἀλλά ἔμεινε, πρῶτον, χριστιανός, καί, δεύτερον, μέ τόν προσανατολισμό τῶν γάλλων σοσιαλιστῶν —τῆς Γ. Σάνδη, τοῦ Φουριέ, κλπ.,— ἔβλεπε δηλ. τόν ἄνθρωπο συμπονετικά, θά ἔλεγα χριστιανικά, καί προσπαθοῦσε νά λύσει τά προβλήματά του. Τό κέντρο ὅμως στούς γάλλους σοσιαλιστές, ἦταν ὁ ἄνθρωπος μέσα στήν κοινωνία, στή société, ὁ ἄνθρωπος ὡς σύνολο. Καί εἶναι γνωστό αὐτό πού ἀνέπτυξε στή συνέχεια ὁ Μάρξ, τόν ἄνθρωπο ὡς γενικόν ὄν, (ὡς ὄν τοῦ «γένους»), ὡς ὄν πού ἀποδίδει ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος, ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Ἄς μή μείνουμε περισσότερο σ' αὐτό, ἀλλά εἶναι πολύ ἐνδιαφέρουσα, ὄχι ἁπλῶς ἡ ἰδέα, ἀλλά ἡ θέση ὅτι δέν μποροῦμε νά σκεφτόμαστε γιά σωτηρία καί τελειοποίηση μόνο ἑνός ἀνθρώπου, ἤ τῶν ἀνθρώπων ἀπομονωμένα. Καί ὁ Ντοστογιέφσκυ ἔμεινε πιστός στήν ἰδέα αὐτή μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του. Πάντοτε τόν ἐνδιέφερε ὁ ἄνθρωπος ὡς κοινωνία, ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα.

Ἔτσι, ὁ Ντοστογιέφσκυ ἦταν σοσιαλιστής καί μαθητής τοῦ Μπιελίνσκυ, ἀλλά ἀκόμη καί πρίν ἀπ' τήν Σιβηρία, συνεχίζει στό ἄρθρο τοῦ Sredá ἄρχισε νά διαφοροποιεῖται ἀπό τόν Μπιελίνσκυ. Ἔμεινε ὅμως τό ἐνδιαφέρον του γιά τόν ἄνθρωπο ὡς μή μεμονωμένη ὕπαρξη καί, γιά τόν ἄνθρωπο ὡς μέλος κοινωνίας, δηλ. γιά ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα. Τοῦτο δέ, ἔμεινε πάντα ἡ πρωταρχική καταβολή στό ἔργο του. Ὁ Ντοστογιέφσκυ δέν πρόδωσε τίς βασικές του θέσεις, τό βασικό του ἐνδιαφέρον τό ἐξ ἀρχῆς ἀνθρωπιστικό, φιλάνθρωπο θά λέγαμε, τό ἐνδιαφέρον του γιά τόν ἄνθρωπο ὄχι μόνο ὡς πρόσωπο, ἀλλά καί ὡς ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα. Ὁ Ντοστογιέφσκυ ἦταν ὁ ἄνθρωπος, θά λέγαμε ἔτσι χοντρά, τῶν ἄκρων. Ἤ ὅλα θά τά κερδίσουμε, ἤ ὅλα θά τά χάσουμε. Καί ὄχι μεμονωμένα — ὅπως δυστυχῶς πολλοί χριστιανοί τό ἐκλάμβαναν τότε, ἀλλά καί σήμερα. Τό θέμα δέν εἶναι νά σωθῶ ἐγώ, νά σωθεῖ ἡ ψυχή μου, νά σωθοῦμε ἔτσι μεμονωμένα. Κατ' αυτό τόν τρόπο, θά ἔλεγε ὁ Ντοστογιέφσκυ, ὁ χριστιανός ἀρνεῖται τή μεγάλη κλίση του καί ἀποστολή του νά σώσει ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα. Καί ἐδῶ, ὁ χριστιανός δέν ἔχει νά πεῖ τίποτα ἐναντίον τοῦ ἐνδιαφέροντος πού προέβαλλε ὁ γαλλικός σοσιαλισμός γιά τόν ἄνθρωπο, γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Τό ἴδιο ἐνδιαφέρον ἔχει καί ὁ χριστιανισμός, καί γι’ αὐτό ὁ Ντοστογιέφσκυ καί ἔγινε σοσιαλιστής καί ἔμεινε χριστιανός. Ἔτσι, μπορούμε νά ποῦμε, παρ' ὅλο τό πέρασμα του μέσ' ἀπό τίς πολλές περιπέτειες πού τά ἔργα του μαρτυροῦν —καί ὁ Ντοστογιέφσκυ πέρασε ἀπ' ὅλες τίς δοκιμασίες πού περνάει ἡ πίστη ἡ χριστιανική στο Θεό— ἔμεινε μέχρι τέλους χριστιανός, δηλαδή πιστός συνειδητά καί εἰλικρινά.

Μετά τούς « Ἀδελφούς Καραμαζώφ», ἄν θυμᾶστε, γράφανε μεγάλα πνεύματα στή δύση: «ὁ μεγάλος αὐτός συγγραφέας, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐξαγγείλει μιά νέα ἐποχή γιά τή ρωσική λογοτεχνία, αὐτός τώρα μᾶς μιλάει γιά πίστη; Εἶναι σκοταδιστής, ὀπισθοδρομικός». Καί ὁ Ντοστογιέφσκυ ἀπαντάει σ' αὐτά: «Ἐμένα μοῦ τά λένε αὐτά οἱ συνάδελφοι ἀπό τή Δύση; Ἄς πᾶνε πρῶτα νά μαθητεύσουν στόν ἀθεϊσμό τοῦ Ἰβάν μου, στόν Ἰβάν Καραμάζωφ. Ὁ Ἰβάν εἶναι πολύ βαθύς. Ἄς καταλάβουν λοιπόν πρῶτα τόν Ἰβάν, τό βάθος τῆς ἀρνήσεως τοῦ Ἰβάν, τόν ἀθεϊσμό τοῦ Ἰβάν, καί μετά ἄς ἔρθουν νά μέ ποῦν σκοταδιστή». Αὐτό πού θέλει ὁ Ντοστογιέφσκυ νά πεῖ εἶναι ὅτι: ἐγώ πέρασα αὐτό τό δρόμο εἰλικρινά καί ὁλοκληρωτικά, μή μοῦ λέτε τώρα ὅτι μιλάω ἐπιπόλαια γιά τήν πίστη.

Παρ' ὅλες, λοιπόν, τίς δοκιμασίες, ὁ Ντοστογιέφσκυ ἔμεινε πιστός ὡς τό τέλος. Δῶρο Θεοῦ ἡ μεγαλοψυχία, ὅπως καί νά τό ὀνομάσετε, εἶχε ἀπό τήν ἀρχή τοποθετήσει στο κέντρο τῆς ὑπάρξεώς του τό ἐνδιαφέρον γιά τόν ἄνθρωπο. Ἀλλά σέ ἀντίθεση μέ πολλούς χριστιανούς, δέν ἐνδιαφερόταν μόνο γιά ἕνα ἄνθρωπο, ἀλλά γιά τόν ἄνθρωπο ὡς κοινωνία, ὡς ἀνθρωπότητα, ὡς ἀνθρώπινο γένος. Καί τό δεύτερο: καίτοι ἦταν σοσιαλιστής, ἀρχίζει στή συνέχεια νά διαφοροποιεῖ τή στάση του ἔναντι τῶν σοσιαλιστῶν πού καί αὐτοί ἐνδιαφερόντουσαν εἰλικρινά γιά τόν ἄνθρωπο ὡς ἀνθρώπινο γένος, ὡς κοινωνία. Ἐδῶ μπαίνει στή μέση τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Τί γίνεται μέ τό θέμα τοῦ προσώπου; Μᾶλλον μέ τό θέμα τῆς ἐλευθερίας, πού εἶναι τό κλειδί γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου; Καί ἐδῶ ἀρχίζει νά ἀναδύεται ὁ μεγάλος, ὁ πραγματικός Ντοστογιέφσκυ— τουλάχιστον κατά τή γνώμη μου. Ὁ καθηγητής τοῦ Βελιγραδίου Νικόλαος Μιλόσεβιτς, σ’ ἕνα ἀπό τά σπάνια πνεύματα στή Σερβία σήμερα, καθηγητής τῆς φιλολογίας, μαρξιστής (ἀλλά μέ κάποια διαφοροποιημένη στάση ἔναντι τοῦ ἐπίσημου μαρξισμοῦ τῆς Γιουγκοσλαβίας), ἴσως ἔχει κάποιο δίκηο ὅταν λέει ὅτι οἱ ἀρνητικοί ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ εἶναι πιό δυνατοί ἀπό τούς θετικούς ἥρωες. Εἶναι, λέει, λίγο ἀμυδρός ὁ στάρετς Ζωσιμᾶς τῶν Καραμάζωφ, ὁ Ἀλιόσα καί ἄλλοι, ἔναντι τῶν ἀρνητικῶν ἡρώων, ἔναντι τοῦ Ἰβάν Καραμάζωφ, ἔναντι τοῦ Σάτωβ στούς δαιμονισμένους, τοῦ Σταυρόγκιν, κυρίως, τοῦ Ρασκόλνικοφ καί ἄλλων.

Ἀλλά θά ἐπανέλθω στόν καθηγητή Νικ. Μιλόσεβιτς, διότι δέν εἶμαι ἀπόλυτα σύμφωνος μέ τήν θέση του. Πάντως, θέλω νά πῶ ὅτι ὁ Ντοστογιέφσκυ δέν ἀδίκησε τούς ἀρνητικούς ἥρωές του. Τούς ἔδωσε καί τούς παρουσίασε σέ ὅλη τους τήν πληρότητα.

Οἱ ὀπαδοί τοῦ σκοτεινοῦ Ντοστογιέφσκυ, ὅπως εἶναι ὁ Ἀνατόλ Φράνς, ἐν μέρει ὁ Κάφκα καί ὁ Καμύ, ὁ Στέφαν Τσβάιχ καί ἄλλοι, ἔχουν πάρει πολλά από τόν Ντοστογιέφσκυ. Ὁ Νίτσε —πού δέν ξέρουμε ἄν διάβασε Ντοστογιέφσκυ—, ἀντιπροσωπεύει ἐν πολλοῖς τό ἴδιο πνεῦμα (καί ὑπάρχει ἕνα λαμπρό κείμενο τοῦ Λεόν Σεστώφ πού παραλληλίζει Νίτσε καί Ντοστογιέφσκυ). Αὐτοί λοιπόν, πού συμβατικά χαρακτηρίζονται «ντοστογιεφσκική ἀριστερά», προεκτείνουν τή σκοτεινή πλευρά τοῦ μεγάλου συγγραφέως καί δέχονται τίς θεωρίες τῶν Σταυρόγκιν, Κυρίλωφ, Σάτωβ, Ἰβάν Καραμάζωφ. Αὐτοί, στήν πραγματικότητα, δείχνουν πώς ὁ Ντοστογιέφσκυ δέν ἔδωσε καρικατοῦρες ἀλλά ρεαλιστικά πρόσωπα. Τούς ἄλλους, τούς θετικούς ἥρωες, ὁ Ντοστογιέφσκυ δέν τούς ἔδωσε τελεσίδικα ἀλλά μᾶλλον τούς ἄφησε στήν ἀρχή τοῦ θετικοῦ δρόμου, καί μάλιστα, ὅπως θά θυμᾶστε στό τέλος τοῦ τελευταίου του καί πιό σπουδαίου μυθιστορήματος Ἀδελφοί Καραμάζωφ, ὑπόσχεται ὅτι θά γράψει ἕνα μυθιστόρημα γιά τόν Ἀλιόσα Καραμάζωφ σάν συνέχεια τοῦ ἔργου. Ὁ καθηγητής Νικ. Μιλόσεβιτς, πού προανέφερα, ἀμφιβάλλει ἄν ὁ Ντοστογιέφσκυ θά μποροῦσε νά γράψει ἕνα τέτοιο ἔργο γιά τόν Ἀλιόσα, δηλ. ἕνα μυθιστόρημα μέ πλήρη θετική μορφή ὁλοκληρωμένη, τοῦ Ἀλιόσα. Ἤ, ἀκόμη λιγότερο, ἕνα ἄλλο μυθιστόρημα πού ὑποσχόταν κάποτε ὁ Ντοστογιέφσκυ νά γράψει περί τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἀδύνατο, λέει ὁ Μιλόσεβιτς, διότι οἱ ἀρνητικοί του τύποι εἶναι πιό δυνατοί. Τοῦτο ὅμως σημαίνει ὅτι ὁ Ντοστογιέφσκυ πράγματι ζοῦσε αὐτά τά πρόσωπα (τά ἀρνητικά) σ' ὅλη τήν πληρότητά τους καί σ' ὅλο τους τό βάθος. Ζοῦσε ὅλη τή διάσταση αὐτῆς τῆς προσεγγίσεως τοῦ ἀνθρώπου, πού προσπαθεῖ νά σωθεῖ μέσα στήν κοινωνία (= τό κοινωνικό περιβάλλον) καί μᾶλλον ὡς κοινωνία. Δηλαδή τή θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου ὁ ἄνθρωπος εἶναι προϊόν τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος, καί ἡ βασική του ὑποχρέωση εἶναι ἡ ἀναμόρφωση τῆς κοινωνίας, ἔτσι ὥστε νά σωθεῖ ὅλη ἡ ἀνθρωπότης. Καί ἄν θά μποροῦσαν νά ἐκλέξουν οἱ ἥρωες αὐτοί, θα προτιμοῦσαν τή σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας ἔναντι τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου προσωπικά, ἀτομικά —γιά νά ἐκφρασθῶ καλύτερα. Τό ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατο ὁ Ντοστογιέφσκυ τό εἶχε καταλάβει καί πρίν να πάει στή Σιβηρία. Στή Σιβηρία, ἡ ἐμπειρία τῆς κοινῆς ζωῆς, τέσσερα χρόνια σέ μιά —ὅπως λέει ὁ ἴδιος— ἀναγκαστική κοινωνία τοῦ ἔδωσε μεγάλο δίδαγμα. Βεβαίως ἡ φυλακή εἶναι κάθε ἄλλο παρά κοινωνία, ἀλλά ὁ Ντοστογιέφσκυ στό «Σπίτι τῶν νεκρῶν» δέν περιγράφει τόσο τήν ἀπαίσια φυλακή καί τόν τρόπο πού ζοῦν οἱ φυλακισμένοι• ἐκεῖνο πού περισσότερο τόν ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ ψυχολογία τῆς ἀναγκαστικά κοινῆς ζωῆς: τῆς ζωῆς πού ὀργανώνεται κοινά, ἀναγκαστικά, πού θυσιάζει —γιά νά ἐκφρασθῶ πιό σωστά καί πιό πιστά πρός τόν Ντοστογιέφσκυ— τήν ἐλευθερία χάριν τοῦ κοινοῦ, χάριν τοῦ γενικοῦ. Ἔστω, τήν τρελή ἐλευθερία. Ἡ φυλακή, λοιπόν, ἔχει τή μορφή ζωῆς πού θέλει ὁ σοσιαλισμός. Καί ὁ Ντοστογιέφσκυ συνεχίζει τήν περιγραφή της, μετά τήν ἀπελευθέρωση ἀπό τή Σιβηρία, στό ἔργο του το «Ὑπόγειο», πού εἶναι ἕνας ἀπό τούς πιό σημαντικούς σταθμούς τῆς —ἄς τό πῶ συμβατικά— «ἀλλαγῆς» τοῦ Ντοστογιέφσκυ, καίτοι ἀπ' τήν ἀρχή τόνισα ὅτι ὁ Ντοστογιέφσκυ κράτησε τίς βασικές του θέσεις.

Ὁ ἥρωας τοῦ «Ὑπόγειου» εἶναι ἕνας παράξενος ἄνθρωπος. Ἀλλοπρόσαλλος, παράλογος, ὅπως ξέρετε, κοροϊδεύει τούς πάντες καί τά πάντα, ἀκριβῶς γιά νά δείξει τό παράλογο τῆς ἐλευθερίας, τό ὑπέρλογο, ἀπρόβλεπτο, ἀνοργάνωτο καί μή ἐπιδεχόμενο καμιά ὀργάνωση, κανένα προσδιορισμό. «Ἐλευθερία σημαίνει ἐλευθερία, καί τέλειωσε. Δύο καί δύο κάνουν τέσσερα, λένε τά μαθηματικά. Γιατί νά εἶναι τέσσερα; — Ἔ! μά, δέν μπορεῖς νά σπᾶς μέ τό κεφάλι σου τόν τοῖχο. Ἔτσι εἶναι τά πράγματα. Δέν τό δέχομαι αὐτό, δέν τό θέλω. Γι’αὐτό τί μέ νοιάζει ἄν θά σπάσω τό κεφάλι μου στο τοῖχο; Θέλω νά δείξω ὅτι μπορῶ νά χτυπῶ μέ τό κεφάλι μου τόν τοῖχο, νά ἀρνοῦμαι τό δύο καί δύο κάνει τέσσερα».



συνεχιζεται..............

Δεν υπάρχουν σχόλια: